Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Ομηρικός Ύμνος εις Άρτεμιν (2)




Τραγουδώ την Άρτεμη τη χρυσόβελη και πολυθόρυβη,
τη σεβαστή παρθένα, την ελαφοτοξεύτρα, που ρίχνει τα βέλη της,
τη δίσυμη αδερφή του χρυσόσπαθου Απόλλωνα, αυτήν που
μέσα σε σκοτεινά βουνά και σε ανεμόδαρτες κορυφές
χαίρεται με το κυνήγι και τεντώνει τα ολόχρυσα τόξα της
εξαπολύοντας βέλη στεναχτικά: τραντάζονται οι κορυφές
των υψηλών βουνών και αντηχούν τα ολοϊσκιωτα δάση
φοβερά απο τις φωνές των αγριμιών. φρικιάζει η στεριά
και η γεμάτη ψάρια θάλασσα. ωστόσο εκείνη με δυνατή ψυχή
τριγυρίζει παντού και εξαφανίζει τα γένη των αγρημιών.
Όταν πια ευχαρηστηθεί η κυνηγήτρα των αγριμιών
κι ευχαριστήσει το νου της, χαλαρώνει τα εύκαμπτα
τόξα της και πάει στο μεγάλο ναό του αδερφού,
του Φοίβου, στον πλούσιο τόπο των Δελφών, να ετοιμάσει
τον όμορφο χορό για τις Μούσες και για τις Χάριτες. Εκεί
κρεμάει τα τεντωμένα τόξα της και τα βέλη της κι έχοντας
χαριτωμένα στολίδια γύρω στο κορμί της τραβάει μπροστά
κάνοντας την κορυφαία του χορού. κι αυτές αθάνατη φωνή
βγάζουντας υμνούν την ομορφόποδη Λητώ, πως γέννησε παιδιά
που είναι τα έξοχα άριστα παιδιά στις σκέψεις και στα έργα.
Να έχετε χαρές, παιδιά του Δία και της ομορφόμαλης Λητώς:
κι εγώ σε άλλο τραγούδι μου εσάς θα μνημονεύσω.

Ἄρτεμιν ἀείδω χρυσηλάκατον, κελαδεινήν,
παρθένον αἰδοίην, ἐλαφηβόλον, ἰοχέαιραν,
αὐτοκασιγνήτην χρυσαόρου Ἀπόλλωνος,
ἣ κατ’ ὄρη σκιόεντα καὶ ἄκριας ἠνεμοέσσας
ἄγρῃ τερπομένη παγχρύσεα τόξα τιταίνει
πέμπουσα στονόεντα βέλη: τρομέει δὲ κάρηνα
ὑψηλῶν ὀρέων, ἰάχει δ’ ἔπι δάσκιος ὕλη
δεινὸν ὑπὸ κλαγγῆς θηρῶν, φρίσσει δέ τε γαῖα
πόντος τ’ ἰχθυόεις: ἣ δ’ ἄλκιμον ἦτορ ἔχουσα
πάντη ἐπιστρέφεται θηρῶν ὀλέκουσα γενέθλην.
αὐτὰρ ἐπὴν τερφθῇ θηροσκόπος ἰοχέαιρα,
εὐφρήνῃ δὲ νόον, χαλάσασ’ εὐκαμπέα τόξα
ἔρχεται ἐς μέγα δῶμα κασιγνήτοιο φίλοιο,
Φοίβου Ἀπόλλωνος, Δελφῶν ἐς πίονα δῆμον,
Μουσῶν καὶ Χαρίτων καλὸν χορὸν ἀρτυνέουσα.
ἔνθα κατακρεμάσασα παλίντονα τόξα καὶ ἰοὺς
ἡγεῖται χαρίεντα περὶ χροὶ̈ κόσμον ἔχουσα,
ἐξάρχουσα χορούς: αἳ δ’ ἀμβροσίην ὄπ’ ἰεῖσαι
ὑμνεῦσιν Λητὼ καλλίσφυρον, ὡς τέκε παῖδας
ἀθανάτων βουλῇ τε καὶ ἔργμασιν ἔξοχ’ ἀρίστους.
χαίρετε, τέκνα Διὸς καὶ Λητοῦς ἠυκόμοιο:
αὐτὰρ ἐγὼν ὑμέων τε καὶ ἄλλης μνήσομ’ ἀοιδῆς.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ.



Οι Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Ελλάδα, δεν δύνανται να συγκριθούν με τους αντίστοιχους που αιτούνται άσυλο από την σημερινή ελληνική Πολιτεία, εν έτει 2015.

Οι πρόσφυγες ή/και μετανάστες του 19ου και 20ου αιώνος, διέφεραν ως προς τους σημερινούς αιτούντες άσυλο, ως προς τρία σημεία :

Πρώτον, οι Έλληνες πρόσφυγες εκθεμελιώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες ένεκα εθνικών εκκαθαρίσεων, μίας μεθόδου, που υφίστατο κατά κόρον στην Χερσόνησο του Αίμου από την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνος και της Εποχής του ζητήματος, της Οθωμανικής Κληρονομιάς και επέστρεφαν στην Χώρα-Μητρόπολη τους.

Έτσι, στα 1906, μετά την επίδειξη ισχύος της ήδη από τα 1878 «αυτόνομης και ισχυρής» Βουλγαρίας, οι Έλληνες της Φιλιππούπολης αλλά και συλλήβδην της Βουλγαρίας, αναγκάστηκαν να προσφύγουν στην Ελλάδα :

Τον Ιούλιο του 1906, η Ελληνική Μητρόπολη της Φιλιππούπολης καθώς και οι εκκλησίες και τα σχολεία των Ελλήνων, διαλύθηκαν και οι Έλληνες Μητροπολίτες αντικαταστάθηκαν από Βούλγαρους, 30.000 Έλληνες επίσης κατέφυγαν στην Ελλάδα. Το ίδιο έτος, Έλληνες αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν λόγω της έξαρσης που γνώρισε στην Ρουμανία, το «Κουτσοβλαχικόν» ζήτημα.

Δεύτερον, οι πληθυσμοί της εποχής αντηλλάσοντο βάσει Συμφωνιών, διεθνώς αναγνωρισμένων και επικυρωμένων, κάτι που υποδηλώνει την ύπαρξη συντεταγμένου προγράμματος «εξαναγκαστικής» μετανάστευσης αυτών των ανθρώπων. Έτσι τον Νοέμβριο του 1919, το «Σύμφωνο περί αμοιβαίας μεταναστεύσεως μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας», που διαλαμβάνετο στην Συνθήκη Ειρήνης, όριζε τον τρόπο και τον χρόνο των προς ανταλλαγή πληθυσμών.

Πράγματι μετακινήθηκαν εκείνη την περίοδο, 50.000 Βούλγαροι και 30.000 Έλληνες προς της αντίστοιχες χώρες, δίχως να προκληθεί αναταραχή. Το ίδιο, θεωρητικώς τουλάχιστον, επιχειρήθηκε και με το «Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο» της 30ης Ιανουαρίου του 1923. Έτσι, οι πληθυσμοί εξαναγκάζοντο μεν να εκτοπιστούν, μετακινούντο δε ανθρώπινα, προοδευτικά και προγραμματισμένα.

Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τους Έλληνες του Πρώτου Διωγμού στα 1914, ή τους αντίστοιχους του 1922 όπου σε αυτές τις περιπτώσεις ομιλούμε περί πραγματικών θυμάτων πολέμου αλλά και εθνικών εκκαθαρίσεων παραλλήλως.

Τρίτον, οι Έλληνες πρόσφυγες του 20ου αιώνος, μετανάστευαν ένεκα εσωτερικών προβλημάτων και πολλές φορές επαναπατρίζοντο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Έλληνες του Καυκάσου που μετά τα 1913, επέστρεφαν στο Ελλαδικό Χώρο, μετά την προσάρτηση τον πλούσιων εδαφών της Ηπείρου και της Μακεδονίας.

Μάλιστα το κύμα μετανάστευσης σε αυτήν την περίπτωση ήτο τόσο μεγάλο, ώστε η ελληνική κυβέρνηση το αναχαίτισε και διέκοψε την εθελούσια μετανάστευση και επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου. Ακόμα, στα 1919-1920, οι Έλληνες της Ρωσίας μετανάστευσαν στην Ελλάδα, ένεκα των εσωτερικών ταραχών που υφίσταντο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία.

Έτσι, διαγράφεται μετά περισσής ενάργειας, πως οι Έλληνες πρόσφυγες και μετανάστες-πλην της περίπτωσης του 1914 κα 1922-ήσαν είτε θύματα εθνικών εκκαθαρίσεων και εσωτερικών προβλημάτων, είτε μετανάστευαν εθελούσια και επαναπατρίζοντο, είτε βάσει συντεταγμένου προγράμματος που συνοδεύετο από τις αντίστοιχες υποδομές και μέτρα που προετοίμαζε το κράτος, αποφεύγοντας έτσι την σύγχυση και τον πανικό.

Όσοι Έλληνες δε μετανάστευσαν προς Αυστραλία, Γερμανία και ΗΠΑ, το έκαναν έπειτα από επίσημη πρόσκληση και με όλα τα απαραίτητα έγγραφα ,πέρασαν από ιατρικούς ελέγχους, εξετάστηκαν εξονυχιστικά τα ποινικά μητρώα τους. Η μετακίνηση τους έγινε απολύτως ελεγχόμενα από τις αρχές και συντεταγμένα. Ουδεμία σχέση, λοιπόν, δύνανται να έχουν οι μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών με αυτές των μουσουλμανικών που λαμβάνουν χώρα τη σήμερον.

Στην περίπτωση των μουσουλμάνων δεν υφίστανται διακρατικές συμφωνίες και προγραμματικός σχεδιασμός. Έρχονται χωρίς χαρτιά και βουλιάζουν τις βάρκες τους, όντες πολύ καλά δασκαλεμένοι από τους δουλεμπόρους, ώστε να εξαναγκάζουν τις αρχές να τους περιμαζέψουν.

Νομικά δεν θεωρούνται καν πολιτικοί πρόσφυγες μιας και αυτός ο όρος δεν αποδίδεται μαζικά και συλλογικά αλλά έχει να κάνει με το κάθε άτομο ξεχωριστά. Η περίπτωση του κάθε ατόμου εξετάζεται ξεχωριστά και ατομικά.

Λογίζεται κάποιος πολιτικός πρόσφυγας όταν κινδυνεύει άμεσα η ζωή του από το καθεστώς της χώρας του για τις πολιτικές ή θρησκευτικές του πεποιθήσεις κτλ, οπότε εξέρχεται αυτής και αιτείται άσυλο στην πρώτη Δημοκρατία που θα συναντήσει μπροστά του.

Το γεγονός ότι στη Συρία υπάρχει πόλεμος μεταξύ του Άσαντ και της ISIS αυτό δεν αποδίδει συλλογικά την ιδιότητα του πρόσφυγα στις εξερχόμενες μάζες. Αυτοί, κατά το δίκαιο της Συρίας, είναι λιποτάκτες και εφόσον δεν παραμένουν στην Τουρκία (=προεδρική κοινοβουλευτική Δημοκρατία) αιτούμενοι πολιτικό άσυλο αλλά επιλέγουν να εισέλθουν στην ΕΕ, θεωρούνται παράνομοι μετανάστες ή λαθρομετανάστες .

Η Τουρκία σε συνεργασία με τα κυκλώματα δουλεμπόρων που η ίδια εκτρέφει και σε αγαστή συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες (ΜΥΤ) μετατοπίζει αυτούς τους πληθυσμούς στα νησιά του Αιγαίου. Προφυλάσσει με αυτόν τον τρόπο το τουριστικό της προϊόν εν μέσω θέρους (στην Αττάλεια για παράδειγμα απαγορεύεται αυστηρώς η είσοδος σε λαθρομετανάστες) .Μόλις το 1/3 σύμφωνα με την Frontex είναι συριακής καταγωγής, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των 2/3 είναι από το Πακιστάν και το Αφγανιστάν.

Οι Σύριοι για τη Συρία είναι λιποτάκτες εφόσον προτίμησαν την έξοδο αφήνοντας τους φίλους και συγγενείς τους να σφαχθούν από τις δυνάμεις της ISIS, αποδυναμώνοντας έτσι την εθνική άμυνα της Συρίας.

Οι πολιτικοί προπαγανδιστές της διεθνιστικής αριστεράς, υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας, περίτεχνα εξισώσουν τα δύο αυτά φαινόμενα, την ελληνική νόμιμη και συντεταγμένη προσφυγιά και οικονομική μετανάστευση με τη λαθρομετανάστευση των μουσουλμάνων των ημερών μας. Αυτό το πράττουν για να χτυπήσουν στο συναίσθημα τους Έλληνες και να τους κάνουν να δεχθούν αμαχητί την εν εξελίξει γενοκτονία τους, δια της αντικαταστάσεως του πληθυσμού και της μετάλλαξης του δημογραφικού περιβάλλοντος.

Υπενθυμίζουμε ότι τους τελευταίους 2 μήνες εισβάλλει ένα <<χωριό την ημέρα, μια πόλη το μήνα>> λαθρομεταναστών. Ενώ εξαιτίας της μνημονιακής λιτότητας και της πενίας, εξήλθαν ίσα με 150.000 Έλληνες στο εξωτερικό, νόμιμα και συντεταγμένα πάντα.

Οι λαθρομετανάστες εγκαθίστανται στην ΕΕ παρακάμπτοντας το σκληρό γραφειοκρατικό καθεστώς της οικονομικής μετανάστευσης που συνεχίζει να ισχύει μόνο για τους γηγενείς Ευρωπαίους. Αρκεί κανείς να ερευνήσει τι γραφειοκρατία επικρατεί ώστε να εγκατασταθεί κάποιος Ευρωπαίος για εργασία στην Ισπανία, στην Ιταλία και την Γερμανία και θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασι την προνομιακή μεταχείριση των λαθρομεταναστών της Ασίας και Αφρικής.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά!


Του Αθανασίου Μεταξά και Μιχάλη Δέλτα 

Θησέας: Η μυητική πορεία του θρυλικού βασιλιά της Αθήνας




ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ο ήρωας για τους αρχαίους Έλληνες υπήρξε σύμβολο υπέρβασης και εξύψωσης, ενσάρκωση της ικανότητας του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με τη θεϊκή πλευρά του και να εκπληρώσει την βαθύτερη και αληθινή φύση του. Ο τοπικός ήρωας, ιδιαίτερα, αποτελούσε για την εκάστοτε περιοχή σύνδεσμο της φυλής με το θείο, έναν μεσάζοντα και προστάτη, καύχημα για τον λαό και τη γη που τον γέννησε, φορέα αιώνιας δόξας.

Το ηρωικό γένος δικαίως θεωρήθηκε θεία σπορά. Επρόκειτο κυριολεκτικά για εξαιρετικούς ανθρώπους. Ήταν οι λαμπρές εξαιρέσεις, οι πρωτοπόροι που ξεστράτιζαν από το κοπάδι και ακολουθούσαν τα δύσβατα μονοπάτια. Μέσα στη συνήθη τραγικότητά τους οι ήρωες ήταν οι λυτρωτές, αυτοί που μέσα από τη γνώση και τον συνεπαγόμενο πόνο και τη δυστυχία, μέσα από το θάνατο έβγαιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θριαμβευτές και σημάδευαν τον τόπο και τους ανθρώπους πέρα από το χρόνο, πέρα από τις αβύσσους του ανθρώπινου είναι, στα τρίσβαθα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί που ανασαλεύει άλλοτε αδύναμα και άλλοτε αποφασιστικά η λαχτάρα για τους ανοιχτούς ορίζοντες, την έξαψη του κινδύνου, το μεθύσι της μάχης, τη σαγήνη της γνώσης, όταν η ψυχή αναγνωρίζει την αληθινή της πατρίδα, το δρόμο και την περιπέτεια.

Ο τοπικός ήρωας της Αθήνας, ο ημίθεος βασιλιάς της πόλης των πολλών φυλών, ο Θησέας, αποτελούσε για την Αθήνα ταυτόχρονα προστάτη της πόλης και λυτρωτή, πολιτικό και κοινωνικό μεταρρυθμιστή, ύψιστο μύστη, πολιτιστικό ηγέτη (λέγεται ότι αναδιοργάνωσε τα Παναθήναια και θέσπισε τα Ίσθμια), ισχυρό βασιλιά και προπαντός θεϊκό γέννημα άξιο λατρείας. Ο Θησέας ήταν εκείνος που αποκάλεσε για πρώτη φορά την πόλη με το όνομα «Αθήναι», αφού είχε ενώσει τις διάσπαρτες και αντιμαχόμενες αθηναϊκές φυλές και εκείνος που έθεσε τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος. Υπήρξε ο κατεξοχήν ηγέτης-θεσπιστής. Ο Θησέας ήταν όμως μια πιο περίπλοκη μορφή. Όσο φημισμένος ήταν για τα κατορθώματά του στις μάχες με διάφορους εχθρούς, άλλο τόσο ξακουστή ήταν η φήμη του ως άρπαγα γυναικών. Αυτή ειδικά η ιδιότητά του είναι συνυφασμένη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την πορεία του Θησέα προς τη γνώση και τη μύηση.

ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ

Η μυθική διαδρομή που χαράζουν τα ίχνη του Θησέα έχει ως αφετηρία την Τροιζήνα όπου βασίλευε ο σοφός Πιτθέας. Σ’ αυτόν κατέφυγε ο άτεκνος Αθηναίος βασιλιάς Αιγέας για να του ερμηνεύσει έναν χρησμό της Πυθίας. Ο Αιγέας την είχε επισκεφθεί προκειμένου να μάθει πως θα μπορούσε να αποκτήσει τον πολυπόθητο διάδοχο του θρόνου του, καθώς όλες οι μέχρι τότε προσπάθειές του είχαν αποβεί άκαρπες. Εκείνη του απάντησε «να μην λύσει το πόδι που προεξέχει από τον ασκό προτού φτάσει στην Αθήνα». Ο Πιτθέας αναγνωρίζοντας το πραγματικό νόημα του χρησμού που ήταν να μη συνευρεθεί με γυναίκα προτού φτάσει στην Αθήνα, τον προέτρεψε –απατηλά σύμφωνα με κάποιες διηγήσεις – να σμίξει με την κόρη του Αίθρα.

Η σύλληψη του Θησέα έγινε στο νησάκι Σφαιρία το οποίο μπορεί να προσεγγίσει κανείς και με τα πόδια από τη στεριά πατώντας επάνω σε μια σειρά από σκοπέλους. Μετά τον ιερό γάμο της Αίθρας το νησάκι ονομάστηκε Ιερά. Ο μύθος που θέλει πραγματικό πατέρα του Θησέα τον Ποσειδώνα διηγείται ότι την ώρα που περνούσε η Αίθρα πάνω από τους σκοπέλους για να συναντήσει τον Αιγέα δέχθηκε το θαλάσσιο αγκάλιασμα του θεού και συνέλαβε τον ήρωα προτού σμίξει με τον θνητό σύζυγό της. Σύμφωνα με μια άλλη διήγηση, η Αίθρα οδηγήθηκε στη Σφαιρία ύστερα από ένα όνειρο που της έστειλε η θεά Αθηνά, προκειμένου να προσφέρει θυσία στο πνεύμα του νεκρού ηνιόχου του Πέλοπα, Σφαίρου ή Μυρτίλου του οποίου το μνήμα υποτίθεται ότι βρισκόταν επάνω στο νησάκι. Τόσο η σφαίρα όσο και η μυρτιά συμβόλιζαν την γαμήλια ένωση.

Στους μύθους για την γέννηση του Θησέα πρωταγωνιστούν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, δύο θεοί άρρηκτα συνδεδεμένοι με την πόλη της Αθήνας. Μετά τη σειρά των χθονίων βασιλέων φαντάζει πολύ ταιριαστός ο ερχομός ενός βασιλιά γεννημένου από τη θάλασσα με τη συγκατάθεση βέβαια της προστάτιδας θεάς. Ακόμη και οι θνητοί γονείς του αποτελούν καθρεφτίσματα των δύο θεών στο γήινο επίπεδο. Το όνομα του Αιγέα φανερώνει θαλάσσια φύση, καθώς η αίγα υπήρξε αρχαιότατο σύμβολο για τα κύματα της θάλασσας. Φαίνεται ότι ο Αθηναίος βασιλιάς υπήρξε ένα είδος αντανάκλασης του θεού Ποσειδώνα στον κόσμο των θνητών. Και η Αίθρα όμως που το όνομά της σημαίνει το ουράνιο φως, ως ιέρεια της θεάς Αθηνάς αποτελεί μία σωσία και αντιπρόσωπό της στη γη.

Ο Αιγέας πριν φύγει από την Τροιζήνα άφησε το σπαθί του και ένα ζευγάρι πέδιλα σ’ ένα κοίλωμα κάτω από έναν τεράστιο βράχο παραγγέλλοντας στην Αίθρα, αν γεννούσε γιο που θα μπορούσε μεγαλώνοντας να σηκώσει το βράχο και να πάρει αυτά τα αντικείμενα, να τον στείλει στην Αθήνα. Ο Θησέας πέρασε την παιδική του ηλικία απόλυτα προστατευμένος στο παλάτι του παππού του Πιτθέα. Ήταν όμως ένα παιδί που ανυπομονούσε να μεγαλώσει και να ριχτεί σε περιπέτειες. Όταν κάποτε ο Ηρακλής επισκέφθηκε την Τροιζήνα, ο μικρός τότε Θησέας δε δίστασε να επιτεθεί στη λεοντή του ήρωα νομίζοντάς την για αληθινό θηρίο, ενώ οι συνομήλικοί του για τον ίδιο λόγο έτρεξαν να κρυφτούν. Αφήνοντας πίσω του την παιδική ηλικία, ο Θησέας επισκέφθηκε τον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς όπου αφιέρωσε, σύμφωνα με το έθιμο, τις παιδικές μπούκλες του. Όταν επέστρεψε στην Τροιζήνα, έμαθε από την μητέρα του για τον Αιγέα, ανασήκωσε τον βράχο, πήρε τα τοποθετημένα εκεί κειμήλια και ετοιμάστηκε να ταξιδέψει για την Αθήνα και να διεκδικήσει τη θέση του εκεί ως γιος και διάδοχος του βασιλιά.

Από την Τροιζήνα προς την Αθήνα μπορούσε να ταξιδέψει κανείς τόσο από τη θάλασσα όσο και από τη στεριά. Η Αίθρα και ο Πιτθέας προσπαθούσαν μάταια να πείσουν τον Θησέα να ακολουθήσει τον ασφαλή θαλάσσιο δρόμο. Εκείνος γνωρίζοντας τους κινδύνους, θεωρούσε ότι θα ήταν ντροπιαστικό να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο, ενώ του δινόταν μια θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξει την ανδρεία του. Ο πρώτος αντίπαλος στο δρόμο του ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ηφαίστου τον οποίο συνάντησε στην Επίδαυρο. Αυτός ο σχεδόν θεϊκός αντίπαλος λεγόταν και Κορυνήτης, καθώς χρησιμοποιούσε για όπλο του ένα σιδερένιο ρόπαλο (κορύνα) που του είχε χαρίσει ο πατέρας του. Το όνομα «Περιφήτης» που σημαίνει «ο περιώνυμος» ταιριάζει, κατά τον Κερένυϊ, στον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Πράγματι όλοι οι κίνδυνοι που βρέθηκαν στο δρόμο του Θησέα ουσιαστικά προσωποποιούν συνεχόμενες αναμετρήσεις με το υποχθόνιο στοιχείο, δίνοντας την αίσθηση μίας μυητικής εμπειρίας του ήρωα. Ο Θησέας βγήκε νικητής από την πρώτη του σύγκρουση με τις χθόνιες δυνάμεις σκοτώνοντας τον Περιφήτη με το ίδιο του το ρόπαλο, το οποίο και πήρε στη συνέχεια μιμούμενος τον Ηρακλή που πήρε το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας. Σε συμβολικό επίπεδο απορρόφησε τη δύναμή του και συνέχισε το δρόμο του ισχυρότερος.

Ο επόμενος σταθμός του Θησέα ήταν στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου και εξόντωσε τον Σίνη τον επονομαζόμενο Πιτυοκάμπτη, γιο του Ποσειδώνα ή του Πολυπήμονος (πιθανώς άλλη μία προσωνυμία του Άδη). Ο Σίνης όφειλε το παρατσούκλι του στη συνήθειά του να εξολοθρεύει τους άτυχους διαβάτες δένοντάς τους σε δύο γειτονικά πεύκα, τα οποία αφού πρώτα είχε λυγίσει, άφηνε να επανέλθουν στην αρχική τους θέση με αποτέλεσμα να ξεσχίζονται τα σώματά τους. Και αυτόν ο Θησέας πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα.

Όσο βρισκόταν ακόμη σε κορινθιακό έδαφος και συγκεκριμένα στην περιοχή που ονομαζόταν Κρομμυών, ο Θησέας ήρθε αντιμέτωπος με ένα τρομερό θηρίο, τέκνο του Τυφώνα και της Έχιδνας, την γουρούνα Φαιά. Όπως υποδεικνύει και το όνομά της που σημαίνει «σκοτεινή», επρόκειτο για ένα ον του Κάτω Κόσμου (θηλυκούς χοίρους θυσίαζαν προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης στα Ελευσίνια Μυστήρια). Η καταγωγή του, εξάλλου, δηλώνει περισσότερο μία χθόνια στοιχειακή δύναμη παρά ένα κοινό ζώο.

Αφού εξολόθρευσε και την Φαιά, ο Θησέας προχωρώντας έφτασε σε ένα επικίνδυνο σημείο της διαδρομής του που το διαφέντευε ο Σκείρων, τις λεγόμενες Σκειρωνίδες Πέτρες. Ο Σκείρων θεωρούνταν ληστής, αλλά φαίνεται ότι επρόκειτο μάλλον για ένα genius loci, ένα ον που κυριαρχούσε στην περιοχή και ήταν ένα με τον ασβεστολιθικό εκείνο τόπο, όπως υποδηλώνει και το όνομά του (Σκείρων-σκύρον = ασβεστόλιθος). Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, ο Σκείρων ζητούσε από τους περαστικούς να του πλύνουν τα πόδια και, ενώ εκείνοι έσκυβαν, τους γκρέμιζε με κλοτσιές κάτω στη θάλασσα όπου και τους κατασπάραζε μία τεράστια χελώνα η οποία επίσης θεωρείται ζώο του Κάτω Κόσμου. Βρήκε όμως και αυτός το θάνατο από τον Θησέα και έγινε ο ίδιος τροφή για τη χελώνα.

Στην ιερή Ελευσίνα ο Θησέας συνάντησε άλλη μία χθόνια στοιχειακή οντότητα, τον Κερκυόνα. Κερκυών σημαίνει «αυτός που έχει ουρά» και ίσως επρόκειτο για ένα πλάσμα αντίστοιχο με τον Κέκροπα που ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι. Ο Κερκυών προκαλούσε τους ξένους σε έναν αγώνα πάλης και τους έπνιγε με ένα θανατηφόρο αγκάλιασμα. Νικήθηκε και αυτός από τον νεαρό Θησέα και μάλιστα, σύμφωνα με μία διήγηση, παρουσία της θεάς Δήμητρας. Στην κοντινή περιοχή του Ερινεού όπου έλαβε χώρα η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη και φύτρωνε η ιερή για τα ελευσίνια μυστήρια αγριοσυκιά (Ερινεός = αγριοσυκιά) παραμόνευε τον Θησέα ο θάνατος με την μορφή του Δαμάστη πιο γνωστού ως Προκρούστη. Ο Προκρούστης αρέσκονταν να θανατώνει τους διαβάτες προσπαθώντας να τους ταιριάξει στο αποτρόπαιο κρεβάτι του είτε τεντώνοντάς τους είτε κόβοντας τα μέλη που προεξείχαν. Ο Θησέας τον ανάγκασε να ξαπλώσει σ’ αυτό το κρεβάτι όπου δοκίμασε τον ίδιο φρικτό θάνατο που μέχρι πρότινος χάριζε στους άλλους.

Η ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΕΞΑΓΝΙΣΜΕΝΟΥ ΗΡΩΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ύστερα από όλους αυτούς τους προφανέστατα τελετουργικούς φόνους, ο Θησέας είχε ανάγκη καθαρμού. Το καθήκον αυτό ανέλαβαν άνδρες από τη γενιά των Φυταλιδών που καλωσόρισαν τον ήρωα στο σημείο που η Ιερά Οδός διασχίζει τον ποταμό Κηφισό. Οι Φυταλίδες στα πλαίσια του εξαγνισμού προσέφεραν εξιλαστήριες θυσίες στον Μειλίχιο Δία, τον Δία του Κάτω Κόσμου ολοκληρώνοντας την πρώτη επαφή του ήρωα με το χθόνιο στοιχείο. Μετά τον εξαγνισμό του ο νεαρός Θησέας ήταν έτοιμος να μπει στην Αθήνα και να διεκδικήσει την θέση του βασιλικού διαδόχου έχοντας ως διακριτικά του τα σανδάλια, καθώς και το πατρογονικό ξίφος βαμμένο με το αίμα τόσων ισχυρών αντιπάλων. Είχε περάσει επιτυχώς την πρώτη του μυητική δοκιμασία και είχε γίνει άξιος αναγνώρισης. Έφτασε, ωστόσο, στην Αθήνα ως ξένος.

Εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Αθήνα ως σύντροφος του Αιγέα η μάγισσα της Κολχίδας, η Μήδεια. Η ταυτότητα του ξένου ήταν ολοφάνερη για την εγγονή του Ήλιου με τις υπερκόσμιες δυνάμεις. Φοβούμενη ότι ο νεοφερμένος αλλά πρωτότοκος γιος θα διαδεχόταν τον Αιγέα στον θρόνο εξοβελίζοντας από τα βασιλικά προνόμια τον δικό της γιο, έπεισε τον Αθηναίο βασιλιά να θανατώσει τον ξένο προσφέροντάς του μία κούπα με δηλητηριασμένο κρασί κατά τη διάρκεια ενός θυσιαστικού δείπνου. Τη στιγμή της προσφοράς ο Θησέας τράβηξε το ξίφος του δήθεν για να τεμαχίσει το κρέας και ξαφνικά άστραψε στα μάτια του Αιγέα η αναγνώριση που τον έκανε να σπρώξει μακριά το κύπελλο με το δηλητήριο. Η Μήδεια τότε, σύμφωνα με μια διήγηση, εξαφανίστηκε μαζί με το γιο της μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο. Σε μια τέτοια θεϊκή γυναίκα δεν θα περιμέναμε να αποδοθεί μια λιγότερο εντυπωσιακή έξοδος! Αυτή πάντως δεν θα ήταν η μόνη συνάντηση του ήρωα με μια εγγονή του Ηλίου, με τη διαφορά ότι, ενώ η Μήδεια απείλησε τη ζωή του, εκείνη η δεύτερη, η Αριάδνη θα έκανε τα πάντα για να τη σώσει.

Ο Θησέας έγινε γρήγορα αποδεκτός από το λαό ως Αθηναίος βασιλικός απόγονος και διάδοχος, αλλά σφετεριστές του θρόνου δεν έπαψαν να υπάρχουν. Ο νέος εχθρός φάνηκε στο πρόσωπο του Πάλλαντα και των πενήντα γιων του, των λεγόμενων Παλλαντιδών. Ο Θησέας πληροφορήθηκε από έναν κήρυκα των Παλλαντιδών για μια ενέδρα που του είχαν στήσει και παραφυλάσσοντάς τους κατάφερε να εξοντώσει πολλούς από αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Ο κήρυκας είχε το όνομα Λεώς (=λαός). Ο Θησέας, λοιπόν, με τη βοήθεια του «λαού» εξασφάλισε την κυριαρχία του στην Αττική.

Έχοντας απαλλαγεί από τους εγχώριους εχθρούς που επιβουλεύονταν τη ζωή και την εξουσία του ο Θησέας ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει ένα θηρίο που λυμαινόταν την περιοχή του Μαραθώνα. Το θηρίο αυτό ήταν ένας ταύρος που σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν ο ίδιος εκείνος που αναδύθηκε από τη θάλασσα στη γη της Κρήτης και άναψε αφύσικο πόθο στην καρδιά της βασίλισσας Πασιφάης. Εκείνο τον ταύρο είχε φέρει ο Ηρακλής στον Μαραθώνα ύστερα από εντολή του Μίνωα. Η αποστολή αυτή του Θησέα φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία προετοιμασίας για την αναμέτρηση με τον Μινώταυρο που ήταν ο καρπός της ένωσης της Πασιφάης με τον ταύρο. Ο Θησέας με απίστευτη επιδεξιότητα, ανάλογη με αυτή που επεδείκνυαν οι νεαροί Κρήτες στα ταυροκαθάψια, τιθάσευσε τον θεόσταλτο ταύρο και τον έφερε ζωντανό στην Αθήνα, όπου και τον θυσίασε στο βωμό του Δελφινίου Απόλλωνα. Έτσι εγκαινιάζεται η καταλυτική παρουσία του ταύρου στη ζωή του ήρωα, μια παρουσία που θα συνόδευε τόσο αυτόν, όσο και τις θεϊκές πριγκίπισσες της Κρήτης σε μια τραγική, παράλληλη πορεία. Λέγεται, μάλιστα, πως τα πρώτα νομίσματα που έκοψε ως βασιλιάς της Αθήνας έφεραν στη μια τους όψη μία ταυροκεφαλή. Τόσο στενή έμελλε να είναι η σχέση του ήρωα με το θεοποιημένο ζώο.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΜΙΝΩΪΚΗ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥ

Ανάμεσα στα θύματα του μαραθώνιου ταύρου ήταν και ο γιος του βασιλιά Μίνωα, ο Ανδρόγεως. Άλλη διήγηση ήθελε τον Ανδρόγεω να πέφτει θύμα δολοφονίας, καθώς πήγαινε στη Θήβα για τους νεκρικούς αγώνες του Λαΐου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο θάνατός του αποδιδόταν σε δόλο των Αθηναίων και του Αιγέα ειδικότερα. Σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, ο Ανδρόγεως διατηρούσε φιλικές σχέσεις και ίσως είχε συνάψει μυστική συμμαχία με τους Παλλαντίδες που απειλούσαν την εξουσία του Αιγέα.

Μαθαίνοντας για το θάνατο του γιου του ο Μίνωας εκστράτευσε εναντίον της Αθήνας για να πάρει εκδίκηση. Ο ανελέητος πόλεμος σε συνδυασμό με διάφορες συμφορές (ξηρασία, πείνα, αρρώστιες) που έπεσαν στην Αττική και αποδόθηκαν σε θεϊκή τιμωρία, λύγισαν τους Αθηναίους. Ακολουθώντας τη συμβουλή της Πυθίας προσπάθησαν να εξευμενίσουν τον οργισμένο Μίνωα και συμφώνησαν να στέλνουν στην Κρήτη κάθε εννιά χρόνια εφτά νέους και εφτά νέες ως φόρο αίματος για τον νεκρό Ανδρόγεω. Οι δεκατέσσερις νέοι, σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη διήγηση, κατέληγαν στον λαβύρινθο, όπου και κατασπαράζονταν από τον Μινώταυρο. Όσο ο Θησέας βρισκόταν στην Αθήνα, ήρθε η εποχή του τρίτου δασμού. Ο ήρωας τότε όχι μόνο ακολούθησε τους άτυχους νέους στην αβέβαιη μοίρα τους, αλλά τέθηκε και αρχηγός της αποστολής με σκοπό να εξοντώσει το απεχθές ταυροκέφαλο τέρας.

Ο αντίπαλος όμως που περίμενε τον Θησέα στην Κρήτη δεν έμοιαζε με κανέναν απ’ όσους είχε αντιμετωπίσει ως τότε. Ίσως μάλιστα το εγχείρημα για την εξόντωσή του να μην είχε στεφθεί με επιτυχία αν δεν είχε προσφέρει την βοήθειά της η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, εγγονή του Ηλίου και αδελφή του Μινώταυρου. Η Αριάδνη, σύμφωνα με τις πιο διαδεδομένες διηγήσεις, ερωτεύτηκε τον Αθηναίο ήρωα που της υποσχέθηκε να την πάρει μαζί του στην Αθήνα και να την κάνει σύζυγο και βασίλισσά του και του έδειξε τον τρόπο για να βγει με ασφάλεια από τον Λαβύρινθο. Φαίνεται ότι ο αντίπαλος που καλούνταν να αντιμετωπίσει ο Θησέας δεν ήταν μόνο ο Μινώταυρος αλλά το σύμπλεγμα που δημιουργούσε ο Λαβύρινθος με τον Μινώταυρο στο εσωτερικό του. Όμως τι ήταν ο Λαβύρινθος και τι ο Μινώταυρος;

Η λέξη «λαβύρινθος» αντλεί την ετυμολογία της από τη λέξη «λάβρυς» που σημαίνει τον διπλό πέλεκυ, σύμβολο ισχύος της Μινωικής Κρήτης εξίσου σημαντικό με τα διπλά κέρατα του ταύρου, σε συνδυασμό με την κατάληξη –ινθος που σηματοδοτεί την έννοια του χώρου (βλ. Κόρινθος). Επομένως, ετυμολογικά ο Λαβύρινθος ήταν ο χώρος του διπλού πελέκεως και δεδομένης της στενής συμβολικής σχέσης του όπλου αυτού με τα κέρατα του ταύρου μπορεί να ειπωθεί ότι ο Λαβύρινθος ήταν ταυτόχρονα και ο χώρος του θεού ταύρου. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα του, ωστόσο, περιγράφει τον Λαβύρινθο σαν έναν χορό που επινόησε ο Δαίδαλος για χάρη της Αριάδνης. Άλλες αναφορές τον περιγράφουν σαν τόπο χορού ή τόπο τέλεσης των ταυροκαθαψίων και των Κρητικών μυστηρίων. Το γεγονός ότι δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κάποιο αρχιτεκτόνημα που να μπορεί να αποδοθεί ως λαβύρινθος εύλογα δημιουργεί τη σκέψη ότι ο Λαβύρινθος ίσως ήταν περισσότερο μία κατάσταση σώματος και πνεύματος που επιτυγχάνονταν σε συγκεκριμένο χώρο και/ή με συγκεκριμένο τρόπο. Ο κλασικός λαβύρινθος πάντως που αναπαρίσταται σε μινωικά νομίσματα παρουσιάζεται να έχει επτά διαδρόμους που κινούνται σπειροειδώς και οδηγούν κατευθείαν στο κέντρο, χωρίς αδιέξοδα και τυφλές στροφές. Ο εισερχόμενος σε αυτόν δεν χρειάζεται να επιλέξει το σωστό μονοπάτι. Η μόνη επιλογή που του διατίθεται είναι αν θα εισέλθει ακολουθώντας το μοναδικό μονοπάτι. Οι επτά διάδρομοι τους οποίους έπρεπε κανείς να διασχίσει φέρνουν στο νου τα επτά στάδια απογύμνωσης που πέρασε η Ίσις κατά την κάθοδό της στον αιγυπτιακό Άδη. Δεν είναι καθόλου απίθανο ο Κρητικός Λαβύρινθος να υπήρξε μια μίμηση της καθόδου και της επακόλουθης ανόδου από τον Κάτω Κόσμο, μια τελετουργική διαδικασία θανάτου και αναγέννησης.

Αυτή την διαδικασία επόπτευε η Κυρά του Λαβυρίνθου. Η Αριάδνη ξέχωρα από τη θνητή ταυτότητά της είχε και μια θεϊκή που διακρινόταν από τη χαρακτηριστική διττότητα της θηλυκής αρχής. Είχε, επομένως, μία πλευρά φωτεινή και μία σκοτεινή. Ήταν ταυτόχρονα η πλέον άμωμη Αριάγνη ως υποχθόνια θεά και η διαυγής Αριδήλη ως ουράνια. Ήταν εκείνη που οδηγούσε τον μυούμενο στον θάνατο και εκείνη που του δίδασκε τον τρόπο για να επιστρέψει! Ήταν η Αριάδνη, λοιπόν, η αφιερωμένη στον Ταύρο, όπως η γιαγιά της Ευρώπη και η μητέρα της Πασιφάη η μόνη που είχε εξουσία στον χώρο του Ταύρου και μπορούσε να διδάξει τον Θησέα. Σύμφωνα με την πιο γνωστή διήγηση του προσέφερε τον διάσημο μίτο που θα τον οδηγούσε με ασφάλεια πάλι στο φως του ήλιου. Όμως οι απεικονίσεις του Λαβυρίνθου που τον παρουσιάζουν με μία μοναδική διαδρομή που εύκολα οδηγούσε πάλι στην έξοδο δικαιολογούν περισσότερο την μάλλον παλαιότερη εκδοχή που θέλει την Αριάδνη να δίνει στον Θησέα το φωτεινό στεφάνι της για να του δείχνει τον δρόμο μέσα στα ζοφερά σκοτάδια του Λαβυρίνθου/Άδη. Αυτό το στεφάνι ήταν δώρο από τον θεό στον οποίο ήταν αφιερωμένη και η πράξη της να το δώσει στον Θησέα αποκαλύπτει μία προδοσία. Η προδοσία, βέβαια, της Αριάδνης και ταυτόχρονα το πεπρωμένο της ολοκληρώθηκε τη στιγμή που έγινε συνεργός στο φόνο του αδελφού της, εγκατέλειψε οικογένεια και πατρίδα για να φύγει με τον όμορφο ξένο που της υποσχέθηκε γάμο και μια νέα ζωή. Η πορεία της υπήρξε ως ένα σημείο παράλληλη με αυτή της Μήδειας, της άλλης εγγονής του Ηλίου που σκότωσε τον αδελφό της, πρόδωσε τον πατέρα της και έφυγε μακριά από τη χώρα της για την αγάπη ενός ξένου.

Η άλλη πλευρά του μυστηρίου σχετίζεται με τον Μινώταυρο. Το αφύσικο αυτό πλάσμα που έγινε γνωστό ως ταύρος του Μίνωα είχε ένα όνομα ουράνιο. Λεγόταν Αστέριος και σ’ όλες τις απεικονίσεις του παρουσιάζεται με το σώμα του διάστικτο από άστρα. Με το ίδιο αυτό όνομα προσφωνούνταν και ο Διόνυσος σαν αγόρι και παιδί των μυστηρίων. Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αγγειογραφία την οποία μνημονεύει ο Κερένυϊ και η οποία απεικονίζει την Αριάδνη ως παραμάνα του μικρού Διονύσου. Ο Διόνυσος φαίνεται να ταυτίζεται στην ουσία του με τον Μινώταυρο. Στην Ήλιδα, μάλιστα, όπου η μινωική επιρροή υπήρξε έντονη, ο Διόνυσος λατρευόταν ξεκάθαρα ως ταύρος. Οι γυναίκες της Ήλιδας τον καλούσαν να έρθει κοντά τους με πόδι ταύρου και τον επικαλούνταν ως άξιο ταύρο (Μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση στον μύθο του θεού με το πόδι ταύρου παρουσιάζει ο Robert Graves στη «Λευκή Θεά» του). Ο Διόνυσος ήταν αυτός που είχε χαρίσει το λαμπερό στεφάνι στην Αριάδνη και αυτός που κρυβόταν ως πρόσωπο ταμπού στο κέντρο του Λαβυρίνθου. Σύμφωνα με μια αφήγηση που παραδίδει ο Υγίνος, υπήρξε θεϊκός σύζυγος της Αριάδνης πριν αυτή γνωρίσει τον Θησέα. Αποτελούσαν μαζί το βασιλικό ζευγάρι των Κρητικών μυστηρίων με τη διπλή υπόστασή τους, την υποχθόνια και την ουράνια. Οδηγούσαν όσους μυούνταν, στην ένωση με το θείο. Την ίδια δοκιμασία έπρεπε να περάσει και ο Θησέας για να σώσει τον εαυτό του και τον τόπο του. Σκοτώνοντας τον Μινώταυρο θυσίασε τον γήινο ταύρο-εαυτό του και αφού πέρασε το κατώφλι του θανάτου, αντίκρισε τον Αστέριο, τον θείο/Διονυσιακό αναγεννημένο στην υπέρτατη γνώση εαυτό του με τη μορφή του ουράνιου, συμπαντικού παιδιού. Έτσι -πάντα υπό την καθοδήγηση της Κυράς του Λαβυρίνθου και το φως του θεϊκού στεφανιού της- αναδύθηκε μ’ έναν στροβιλιζόμενο και εκστατικό χορό καινούργιος και ολοκληρωμένος.

Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ

Ο Θησέας πέρασε τη δοκιμασία του Λαβυρίνθου με επιτυχία, έσωσε τον εαυτό του και τους νέους και εξιλέωσε την Αττική. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής. Ο ήρωας πήρε μαζί του την Αριάδνη και την αδερφή της Φαίδρα, αχρήστευσε τα μινωικά πλοία για να γλιτώσει την καταδίωξη και απέπλευσε. Φεύγοντας από την Κρήτη, ο Θησέας έφτασε με τη συντροφιά του στο κοντινό νησάκι Δία ή στη Νάξο που τότε ονομαζόταν Δία. Ο σκοπός της στάσης αυτής έχει μείνει στη σκοτεινή πλευρά του μύθου, ίσως γιατί θεωρήθηκε κατά έναν παράξενο τρόπο αυτονόητος. Ίσως να θεωρήθηκε ότι έτσι θα εκπληρωνόταν το πεπρωμένο της Αριάδνης. Ο Θησέας ήταν σ’ αυτό το νησί ένας απλός περαστικός, ένα εμπόδιο στο σχέδιο του θεού. Πολλές αγγειογραφίες απεικονίζουν τον Θησέα να εγκαταλείπει το νησί διωγμένος από τη θεά Αθηνά, ενώ ο Διόνυσος απομακρύνεται με την Αριάδνη. Η κοιμισμένη (μήπως νεκρή;) Αριάδνη ανήκε δικαιωματικά στον θεό και ο θνητός ήρωας δεν είχε άλλη επιλογή από την αποχώρηση. Η Κυρά του Λαβυρίνθου έμεινε για τον Θησέα στη σφαίρα του ανέφικτου. Ο θεός-ταύρος παρά τη φαινομενική του ήττα στην Κρήτη, εμφανίζεται θριαμβευτής μπροστά στην θεϊκή του σύζυγο και την οδηγεί στον ουρανό, όπου το λαμπερό της στεφάνι παίρνει τη θέση του ανάμεσα στα άστρα ως «Βόρειος Στέφανος» ή λατινιστί «Corona Borealis».

Οι Κέλτες, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, σ’ αυτόν τον αστερισμό τοποθετούσαν το σπειροειδές κάστρο της Αριάνρχοντ, το Caer Arianrhod. Σ’ αυτό το κάστρο, περίμεναν σαν σε κάποιο βασιλικό καθαρτήριο οι διαπρεπείς ψυχές μέχρι να κερδίσουν την ανάσταση. Ο Γκρέιβς αναφέρει μάλιστα ότι η παράδοση του Σπειροειδούς Κάστρου στη Βρετανία επιβιώνει σ’ έναν χορό της υπαίθρου που λέγεται «Πασχαλινός Λαβύρινθος». Οι ομοιότητες με τον ελληνικό μύθο του Λαβυρίνθου και της Αριάδνης είναι κάτι παραπάνω από προφανείς. Άραγε υπήρξε κάποτε μία συγκεκριμένη μυητική τεχνική που περιλάμβανε με κάποιο τρόπο τον αστερισμό του Βορείου Στεφάνου σε σχέση με τη λατρεία μίας σεληνιακής-χθόνιας θεάς και ήταν κοινή για Έλληνες και Κέλτες; Μήπως ο Θησέας υπήρξε το ελληνικό σύμβολο του ανθρώπου που κατάφερνε να βγει από τον Λαβύρινθο, να επιστρέψει από το Σπειροειδές Κάστρο, να γυρίσει από τον Άλλο Κόσμο όντας κάτι παραπάνω από άνθρωπος, όντας ήρωας;

Ο ήρωας όμως τελικά το μόνο που κατάφερε να κρατήσει από την θεία θηλυκή παρουσία που οδήγησε τα βήματά του πίσω στο φως ήταν το είδωλό της. Ο Θησέας κράτησε το ξόανο της Αφροδίτης το οποίο η Αριάδνη κουβαλούσε από τη στιγμή που άφησαν την Κρήτη σαν να επρόκειτο για το δικό της alter ego, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κερένυϊ. Σαν ζωντανή ανάμνηση κράτησε την Φαίδρα η οποία σχετίζεται με την φωτεινή και προσιτή στον άνθρωπο όψη της Αριάδνης. Η σκοτεινή και μυστική όψη της Αριάδνης/Αριάγνης ως Κρητικής Περσεφόνης μόνο από τον θεό μπορεί να γίνει θεατή εκτός μυστηρίων. Η φωτεινή όψη της Αριάδνης γίνεται φανερή και στο όνομα της Αίγλης, της κόρης του Πανοπέως (μήπως του Ήλιου;), για χάρη της οποίας ο Θησέας εγκατέλειψε την κόρη του Μίνωα σε μια άλλη εκδοχή του μύθου. Διάφορες διηγήσεις θέλουν την Αίγλη να ονομάζεται επίσης και Κορωνίς. Αυτό το όνομα έφερε και η ερωμένη του Απόλλωνα, η άτυχη μητέρα του Ασκληπιού που πέθανε πυρπολημένη, επειδή πρόδωσε τον θεό μ’ έναν θνητό, τον Ίσχυ. Ενδιαφέρον προκαλεί στον προσεκτικό παρατηρητή μία αγγειογραφία που απεικονίζει την αρπαγή κάποιας κοπέλας με το όνομα Κορώνα από τον Θησέα. Μήπως ο Θησέας ήταν εκείνος ο ‘ισχυρός’ θνητός που για χάρη του η μητέρα του Ασκληπιού απαρνήθηκε τον Απόλλωνα, όπως η Αριάδνη είχε απαρνηθεί τον Διόνυσο; Μ’ έναν παράξενο τρόπο ο αστερισμός του Βορείου Στεφάνου φέρνει τις δύο θεϊκές συντρόφους ακόμη πιο κοντά. Η Κορωνίς ή Κορώνη αντανακλάται στην λατινική ονομασία Corona Borealis. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο αστερισμός φαίνεται στον ουρανό σαν να «στεφανώνει» τον αστερισμό του Οφιούχου που σχετίζεται με τον Ασκληπιό!

ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ο Θησέας, αφήνοντας πίσω του την Αριάδνη, έφτασε με τους υπόλοιπους νέους στην Δήλο. Εκεί αφιέρωσε στον Απόλλωνα το ξόανο της Αφροδίτης που του είχε δώσει η Αριάδνη. Στη Δήλο λατρεύτηκε ως Αγνή Αφροδίτη. Αφού θυσίασε στον θεό, ο Θησέας χόρεψε με τους Αθηναίους νέους γύρω από τον Κερατώνα βωμό (που ήταν φτιαγμένος μόνο από αριστερά κέρατα!) έναν χορό που οι Δήλιοι ονόμασαν γέρανο. Ο χορός αυτός αποτελούσε μιμητική αναπαράσταση της σπειροειδούς διαδρομής του Λαβυρίνθου και ίσως να ήταν η ίδια η Αριάδνη που τον είχε πρωτοδιδάξει στον Θησέα. Αναχωρώντας από την Δήλο κατευθύνθηκαν επιτέλους προς την Αθήνα. Εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς για την σωτηρία των νέων και την απαλλαγή της Αθήνας από τον φρικτό φόρο αίματος ή εξαιτίας της γενικής θλίψης που επικρατούσε μετά την απώλεια της Αριάδνης, ο Θησέας και οι σύντροφοί του ξέχασαν να αντικαταστήσουν το πένθιμο μαύρο πανί του πλοίου με το χαρμόσυνο λευκό που τους είχε δώσει ο ίδιος ο Αιγέας ως σύμβολο της ασφαλούς επιστροφής τους. Ο άτυχος βασιλιάς που ατένιζε τη θάλασσα περιμένοντας να φανεί το αθηναϊκό καράβι, βλέποντάς το να αρμενίζει με μαύρα πανιά δεν άντεξε τη θλίψη για τον υποδηλούμενο χαμό του γιου και μοναδικού του διαδόχου και έπεσε στο κενό. Κάποιες διηγήσεις αναφέρουν ότι γκρεμίστηκε από τον βράχο της Ακρόπολης, ενώ άλλες ότι έπεσε από το Σούνιο στη θάλασσα που από τη στιγμή εκείνη ονομάστηκε Αιγαίο Πέλαγος. Μ’ αυτή την τελευταία «θυσία» έκλεισε ο κύκλος της μινωικής ναυτικής κυριαρχίας και ξεκίνησε η εποχή της ακμάζουσας αθηναϊκής ναυτιλίας. Σε πολιτιστικό επίπεδο συντελέστηκε μία μεταφορά ηγεμονίας από την Κνωσό στην Αθήνα.
Κάποιοι αφηγητές αναφέρουν ότι υπήρχε ήδη μια γυναίκα που περίμενε την επιστροφή του Θησέα στην Αθήνα, η αμαζόνα Αντιόπη ή Ιππολύτη. Γενικά επικρατεί μία ασάφεια όσον αφορά τη χρονική διαδοχή των πολλών αρπαγών που διέπραξε ο Θησέας. Αυτό ίσως υποδηλώνει ότι οι τόσες αρπαγές γυναικών περιστρέφονταν ουσιαστικά γύρω από τον ίδιο πυρήνα και διηγούνταν τις αμέτρητες παραλλαγές της ίδιας ιστορίας. Ο Πλούταρχος, ωστόσο, αναφέρει ξεκάθαρα ότι μόνο αφού πέθανε η Αντιόπη πήρε ο Θησέας ως σύζυγο τη Φαίδρα. Η Αντιόπη, η αμαζόνα με το σεληνιακό όνομα, χάρισε στον Θησέα ένα γιο τον Ιππόλυτο, ο οποίος σφράγισε τον κύκλο αίματος του ταύρου, αφού ο θάνατος τον βρήκε με τη μορφή ενός ταύρου που αναδύθηκε από τη θάλασσα. Φαίνεται ταιριαστός θάνατος για κάποιον που απέρριψε τον έρωτα μιας πριγκίπισσας της Κνωσού, της μητριάς του Φαίδρας. Η Φαίδρα δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την συνδεδεμένη με τον ταύρο μοίρα της που ήδη είχε σημαδέψει την Ευρώπη, την Πασιφάη και την Αριάδνη. Απελπισμένη μετά τον θάνατο του Ιππολύτου κρεμάστηκε παραδομένη στο τραγικό πεπρωμένο που φαίνεται ότι ακολουθούσε κάθε γυναίκα της οικογένειάς της.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Ο Θησέας ήταν ήδη πενήντα ετών, όταν έγινε ο πρώτος άρπαγας και σύζυγος της Ελένης, ενώ εκείνη δεν είχε φτάσει ακόμη σε ηλικία γάμου. Αυτή την αρπαγή, ωστόσο, δεν την έφερε μόνος του εις πέρας, αλλά με τη συντροφιά του Πειρίθου, επιστήθιου φίλου του από τη Θεσσαλία. Αποτελούσαν μαζί ένα δίδυμο αντίστοιχο των Διοσκούρων. Κάποτε οι δυο φίλοι βρέθηκαν στη Σπάρτη, όπου ο Θησέας είδε την Ελένη να χορεύει στον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος και πόθησε να την αποκτήσει. Ο ήρωας μετά την αρπαγή οδήγησε την νεαρή νύφη στις Αφίδνες, όπου και την άφησε υπό την φροντίδα της μητέρας του Αίθρας, ενώ εκείνος αναχώρησε μαζί με τον Πειρίθου για νέες περιπέτειες. Και στην πρώτη της αρπαγή η Ελένη στάθηκε αφορμή ενός αιματηρού πολέμου, καθώς τα αδέλφια της ήρθαν να τη διεκδικήσουν και ήρθαν σε σύγκρουση με τους υπερασπιστές των Αφιδνών. Ο Θησέας τότε απουσίαζε σε μια παράτολμη επιχείρηση στον Κάτω Κόσμο. Οι Διόσκουροι κατάφεραν να πάρουν πίσω την Ελένη και μαζί της την Αίθρα η οποία μάλιστα την ακολούθησε αργότερα στην Τροία.

Η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου στον Άδη είχε ως αιτία και πάλι την αρπαγή μιας γυναίκας. Αυτή τη φορά όμως η ποθητή γυναίκα ήταν η φοβερή Περσεφόνη, η μυστική Κόρη, η ίδια η κυρία του θανάτου και της αναγέννησης. Ο Πλούταρχος προσπαθεί να συγκαλύψει το αδιανόητο μιας τέτοιας επιδίωξης γράφοντας ότι ο Θησέας και ο Πειρίθους επισκέφτηκαν τον βασιλιά των Μολοσσών στην Ήπειρο, Αϊδωνέα με σκοπό να αρπάξουν την θυγατέρα του που ονομαζόταν Κόρη(!). Είναι φανερό ότι ο Πλούταρχος θέλησε είτε να εκλογικεύσει και να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις σ’ ένα εγχείρημα καθαρά αλλοκοσμικό είτε να αμβλύνει τις όποιες εντυπώσεις από μια επιδίωξη που φάνταζε τόσο ανόσια. Οι περισσότερες διηγήσεις πάντως αναφέρουν ξεκάθαρα ότι το παράτολμο ταξίδι του Θησέα και του Πειρίθου είχε ως προορισμό του τον Κάτω Κόσμο και ως σκοπό την αρπαγή της νύφης του Άδη. Αναφέρεται μάλιστα ότι εισήλθαν στο βασίλειο των νεκρών από μία είσοδο στο ακρωτήριο Ταίναρο. Με κάποιον τρόπο ξεγέλασαν τον βαρκάρη Χάροντα και κατάφεραν, αν και ζωντανοί, να περάσουν στην απέναντι όχθη. Στα ανάκτορα του Άδη τους υποδέχτηκε ο ίδιος ο Κύριος των νεκρών. Οι δύο ήρωες προσπάθησαν να τον παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις, αλλά ο θεός φάνηκε άξιος αντίπαλος στην πονηριά. Τους έβαλε να καθίσουν σε θρόνους σκαλισμένους στο βράχο, όσο εκείνος θα τους έφερνε δώρα φιλοξενίας. Το παντοδύναμο όπλο του θεού ήταν η λήθη. Η λήθη κράτησε τους δυο επίδοξους άρπαγες αιχμάλωτους σαν μαρμαρωμένους ή αλυσοδεμένους με αόρατα δεσμά. Αυτή τη φορά ο Θησέας δεν είχε τη βοήθεια του θεϊκού θηλυκού για να οδηγηθεί ξανά στο φως. Η Περσεφόνη δεν έκανε καν αισθητή την παρουσία της. Η σιωπή και η απουσία της καταδίκασαν τον Θησέα και τον Πειρίθου.

Φυσικά οι δύο ήρωες ήταν μυημένοι, αλλιώς δεν θα κατάφερναν να φτάσουν στο σημείο που έφτασαν. Ίσως όμως υπερτίμησαν τις ικανότητές τους, καθώς το εγχείρημα που αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας να ταξιδέψουν, δηλαδή, ζωντανοί στο βασίλειο των νεκρών και να αρπάξουν τη βασίλισσά τους, προδίδει μια αλαζονεία. Σ’ αυτή την αποστολή κίνητρο δεν υπήρξε η σωτηρία της πόλης ούτε το κοινό καλό, αλλά ένα προσωπικό καπρίτσιο. Ο Θησέας μην έχοντας καμιά θεϊκή υποστήριξη απέμεινε εγκλωβισμένος, βυθισμένος στη λησμονιά. Η Περσεφόνη θα έμενε απρόσιτη για τον θρυλικό άρπαγα γυναικών. Το ίδιο απρόσιτη είχε μείνει ουσιαστικά και η Αριάδνη. Ο Ρόμπερτ Γκρέιβς εύστοχα παρατηρεί ότι η αποστολή του Θησέα στην Κρήτη και η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο ‘αποτελούν τα δύο μέρη ενός και του αυτού συμφυρμένου μύθου’. Ο κρητικός Λαβύρινθος με τις επτά σπείρες, το κέλτικο σπειροειδές κάστρο της Αριάνρχοντ, η κατάβαση της Ίσιδος στον Κάτω Κόσμο μέσα από επτά στάδια και ο Κάτω Κόσμος του Άδη/Πλούτωνα και της Περσεφόνης αποτελούν πτυχές της ίδιας μυθολογικής παράδοσης.

Ο μυημένος Θησέας όμως έμελλε να μείνει γνωστός για μία μόνο θριαμβευτική έξοδο, αυτή από τον Κρητικό Λαβύρινθο. Η ύβρις που είχε διαπράξει με την εισβολή του στον Κάτω Κόσμο και κυρίως με την πρόθεσή του να απαγάγει την Περσεφόνη κι έτσι να διαταράξει την κοσμική ισορροπία δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Ωστόσο, κάποια στιγμή ήρθε η σωτηρία στο πρόσωπο ενός άλλου μυημένου ήρωα, του Ηρακλή. Ο Ηρακλής μάλιστα, σύμφωνα με τον μύθο, μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια ύστερα από παρότρυνση του Θησέα. Συνάντησε τους δυο ήρωες, όταν κατέβηκε στον Άδη με σκοπό την αιχμαλωσία του Κέρβερου. Έσωσε τον καταδικασμένο Θησέα ελευθερώνοντάς τον από το βράχο, δεν μπόρεσε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου. Ο πιστός φίλος του Θησέα είχε ήδη κατασπαραχθεί από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο φύλακα της πύλης του άλλου κόσμου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ; ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΗΡΩΑ

Μετά τη διάσωσή του από τον Ηρακλή, ο Θησέας επέστρεψε στην Αθήνα, όπου η πολιτική κατάσταση ήταν έκρυθμη, λόγω της μακροχρόνιας απουσίας του ηγέτη της. Οι Αθηναίοι είχαν ήδη δυσαρεστηθεί με τον Θησέα, καθώς τους είχε οδηγήσει σε άσκοπες διαμάχες με τους Διόσκουρους που διεκδικούσαν την Ελένη, ενώ ο ίδιος δεν ήταν καν παρών για να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του. Ερμηνεύοντας την ανάγκη του ήρωα για περισσότερη γνώση, δύναμη και περιπέτεια ως έναν απερίσκεπτο τυχοδιωκτισμό, ύψωσαν εναντίον του τείχη μίσους και αμφισβήτησης. Ίσως από τη δική τους οπτική να μην είχαν και τόσο άδικο. Ίσως ο Θησέας υπερτίμησε την ικανότητα του αθηναϊκού λαού για αυτοδιαχείριση, νομίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα του άφηνε περιθώρια και για άλλες προσωπικές του επιδιώξεις. Απελπισμένος από την αδυναμία του να επιβάλει την πειθαρχία ακόμη και με τη βία, έφυγε για το νησί της Σκύρου. Εκεί, όπως περιγράφει ο Πλούταρχος, βρήκε το θάνατο από τον βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη ο οποίος τον έσπρωξε από την κορυφή ενός βουνού του νησιού στο κενό. Σ’ αυτή τη διήγηση του αποδίδεται ένας θάνατος αντίστοιχος με εκείνον του πατέρα του, Αιγέα. Τα υποτιθέμενα λείψανά του μεταφέρθηκαν πολύ αργότερα στην Αθήνα μετά από χρησμό της Πυθίας και τοποθετήθηκαν στο σημερινό Θησείο, το οποίο καθιερώθηκε ως τόπος λατρείας του ήρωα.

Ποτέ, ωστόσο, δεν βρέθηκε στη Σκύρο ή οπουδήποτε αλλού επίσημος τάφος ή έστω κάποιο μνημείο του Θησέα. Το τέλος του δίχως σαφή ίχνη παρά μόνο εκατοντάδες χρόνια αργότερα φαντάζει περισσότερο με εξαφάνιση παρά με θάνατο, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κερένυϊ. Ο Θησέας υπήρξε ο ήρωας που μυήθηκε στα Ελευσίνια και στα Κρητικά μυστήρια και ήρθε αμέτρητες φορές αντιμέτωπος με τις χθόνιες και αλλοκοσμικές δυνάμεις, καθώς και με την ίδια τη Μεγάλη Θεά της ζωής και του θανάτου σε διάφορες εκδηλώσεις της. Επιπλέον, ήταν ο μόνος άνθρωπος που στάθηκε μάρτυρας του αινιγματικού θανάτου (εξαφάνισης;) του Οιδίποδα. Ήταν εκείνος που με τη βοήθεια του θεϊκού έρωτα, ενώ κατέβηκε στα έγκατα της γης, έφτασε στα αστέρια και τη συμπαντική γνώση. Ένα τέλος σαν αυτό που του αποδίδεται μοιάζει παράταιρο, ακόμη και στα πλαίσια του μύθου. Μοιάζει σαν ένα τέλος δίχως σκοπό, κάτι που είναι οξύμωρο, αφού τέλος σημαίνει σκοπός. Μήπως αυτή η πτώση του Θησέα από τη βουνοκορφή στο κενό περιγράφει με κωδικό τρόπο μία εξέλιξη διαφορετική, ίσως μυστική και ακατανόητη για τους πολλούς; Μήπως επρόκειτο για την ύστατη μυητική πράξη και δοκιμασία; Γιατί όχι; Ίσως τελικά ο ήρωας να κατάφερε το οριστικό άλμα προς τα άστρα.

thisioΒιβλιογραφία: «Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς-Ρωμύλος», Πλούταρχος, Κάκτος
«Μυθολογία των Ελλήνων», Κ.Κερένυϊ, Εστία
«Η Λευκή Θεά», Ρ. Γκρέιβς, Κάκτος
«Οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», Ρ. Καλάσσο, Γνώση

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Αθάνατη Ελλάδα



Σε μια μικρή πόλη, στις ακραίες παρυφές τού τότε πολιτισμένου και κατασταλαγμένου κόσμου, μια καινούρια, παράξενη δύναμη άρχισε να έρχεται στο φως.

Κάτι είχε ξυπνήσει μέσα στο νου των ανθρώπων πού ζούσαν εκεί κι αυτό το κάτι θα ’μενε πια γραμμένο στην μορφή του κόσμου ολόκληρου, κι ούτε οι αιώνες ούτε οι αλλαγές πού φέρνει η ιστορία θα είχαν τη δύναμη να σβήσουν τα βαθιά του σημάδια.

Αν είμαστε σήμερα διαφορετικοί, κι αν νιώθουμε διαφορετικά, το χρωστάμε σ’ ότι δημιουργούσε επί ένα δυο αιώνες εκείνη η μικρή πολιτεία, —- πάνε δυο χιλιάδες τετρακόσια χρόνια τώρα.

Ήτανε κρίσιμη η στιγμή.

Πολιτισμοί παλιοί, ισχυροί, είχανε εκλείψει και χαθεί, κι η σκιά τς άγνοιας πλανιότανε πάνω απ’ τη γη. ο κόσμος πορευότανε ξανά προς μια εποχή άγρια, και σκοτεινή, και βάρβαρη…

Κι όμως στο κέντρο αυτής τής σκοτεινιάς, μια μικρή Εστία πνευματική φούντωνε σιγά σιγά και σπίθιζε: στην πόλη των ’Αθηνών ένας καινούριος πολιτισμός γεννιότανε, πού η Ανθρωπότητα ως τότε δεν είχε ξαναδεί.

Πώς έγινε αυτό;

Έχει σημασία για μας να το γνωρίσουμε.

Αυτό πού ανακάλυψαν οι Έλληνες, κι ο τρόπος με τον όποιο το ανακάλυψαν, κι ο τρόπος με τον όποιο έφεραν στο φως έναν καινούριο κόσμο μέσα από τα χαλάσματα ενός παλιού πού μόλις είχε γκρεμιστεί, μπορεί να είναι χρήσιμο και σέ μας πού είδαμε χτες έναν ολόκληρο κόσμο να καταρρέει μέσα σε δυο δεκαετίες.

Πραγματικά.

Στο χάος και στη σύγχυση τού σύγχρονου καιρού μας αξίζει να μελετήσουμε πολύ σοβαρά πώς οι Έλληνες κατόρθωσαν να πετύχουν μια τέτοια διαύγεια στη σκέψη τους και μια τέτοια σταθερή τελείωση της τέχνης πού δημιούργησαν.

Άλλες είναι βέβαια οι συνθήκες πού τότε αντιμετώπιζαν, μα πρέπει πάντα να έχουμε στο νου πώς όσο κι αν αλλάζει το φλούδι τής ζωής η ουσία της μένει ίδια και πώς ένα είναι το βιβλίο πού πρέπει να διαβάζουμε αν θέλουμε σωστά ν’ αποφοιτήσουμε απ’ το σχολείο τής ανθρώπινης εμπειρίας: ο Άνθρωπος.

Τα μεγάλα βιβλία, παλιά και σημερινά, δεν είναι παρά το απόσταγμα τής γνώσης τής ανθρώπινης καρδιάς, και τα μεγάλα έργα δεν είναι παρά η επίτευξη μιας ισορροπίας στη σύγκρουση ανάμεσα στις επιταγές τού εξωτερικού και τού εσωτερικού μας κόσμου.

Κρίμα.

Απ’ όσα έφτιαξαν οι Έλληνες λίγα έχουν φτάσει ως εμάς και δεν έχουμε τρόπο να εξακριβώσουμε αν είναι κιόλας ότι καλύτερο είχαν δημιουργήσει. Στους μεγάλους σπασμούς τής ιστορίας οπού επικρατεί μονάχα ο νόμος τού Δυνατού δεν υπάρχει κι άλλος ένας νόμος να πού διασφαλίζει την επιβίωση τού ωραίου.

Μα όσα λίγα διατήρησαν για χάρη μας οι ιδιοτροπίες των καιρών και οι συντυχιές των περιστάσεων μοιάζει να δίνουν το μέτρο τής υψηλότερης στάθμης στην οποία είναι δυνατόν ποτέ να αναχθεί το κάθε τι πού άγγιξε ο Ελληνικός πολιτισμός.

Την γλυπτική τους, τίποτα δεν την συναγωνίζεται.

Την αρχιτεκτονική τους, κανένας δεν την ξεπέρασε.

Την γραμματεία τους, ποιος θα την φτάσει;

Τί έχει απομείνει απ’ όλον τούτο τον τεράστιο αισθητικό πλούτο;

Γκρεμίστηκαν τα κτίρια, παραμορφώθηκαν τα Αγάλματα, έσβησαν οι ζωγραφιές κι απ’ τα γραφτά λίγα έχουν σωθεί.

Κι όμως. Πάνω σ’ αυτά τα συντρίμμια των όσων προ υπήρξανε, ο κόσμος έμαθε να κτίζει, γιατί επί δύο χιλιάδες χρόνια δεν είχε τίποτα καλύτερο. Τούτα τα λιγοστά κατάλοιπα της πανώριας Ελληνικής οικοδομής στάθηκαν έμπνευση και πρόκληση στον άνθρωπο κι είναι ακόμα ότι πιο πολύτιμο κατέχει ο Δυτικός πολιτισμός.

‘Ότι έφτιαξαν οι Έλληνες το έχει υιοθετήσει πια ολόκληρη η άνθρωπότης, και δεν υπάρχει σήμερα κανένας πού να αρνείται στο Ελληνικό πνεύμα την πλήρη δικαίωσή του.

Εκείνο όμως πού δεν είναι τόσο γνωστό και πού συχνά παραγνωρίζουμε, είναι οι αιτίες πού οδήγησαν σ’ αυτές τις επιτεύξεις. Συνηθίσαμε, στον καιρό μας, να μιλάμε για το Ελληνικό θαύμα και να θεωρούμε την ξαφνική άνθιση τού Ελληνικού πνεύματος σαν κάτι πού δεν έχει ρίζες πουθενά και πού δεν μπορούμε να το αποδώσουμε σε καμιάν αίτια. οι ανθρωπολόγοι μάλιστα προσπαθούνε να μας μεταφέρουνε με το στανιό πίσω σέ κείνα τ’ άγρια δάση οπού έχει την προέλευσή του κάθε τι το ανθρώπινο και να μας πείσουν πώς εκεί γεννήθηκε και κάθε τι το Ελληνικό.

Μ’ άλλο είναι ο σπόρος και άλλο το λουλούδι.

Η τραγωδία, λένε, τι άλλο είναι παρά συνέχεια πρωτόγονων ιεροτελεστιών χαμένων στα βάθη των αιώνων; Μα να είναι τάχα μόνον αυτό; Κανένας ως τώρα δεν πρόσφερε μίαν ιστορική γεφύρωση ανάμεσα σ’ εκείνες τις άγριες τελετές και στο συγκροτημένο οικοδόμημα τής πραγματικής Ελληνικής Τραγωδίας, ενώ υπάρχει αυτή η γέφυρα, και υπάρχει και η ερμηνεία. ’Αποφεύγουμε απλώς την ευθύνη παρουσιάζοντας την Τραγωδία σαν ένα θαύμα απρόσμενο. Η πνευματική και αισθητική δραστηριότης πού μέσα σ’ ελάχιστα χρόνια έκανε την ’Αττική εποχή να μην συγκρίνεται με καμιάν άλλη εποχή στην ιστορία δεν είναι ανεξήγητη…

Σήμερα όλοι συμφωνούμε πώς η Ελλάδα ανήκει στον κόσμο τον Αρχαίο. Κάθε φορά πού ο ιστορικός πάει να τραβήξει μια γραμμή ανάμεσα στον κόσμο τον παλιό και τον κόσμο τον καινούριο, τοποθετεί τούς «Έλληνες στον κόσμο τον παλιό, γιατί εκεί, λέει, ανήκουν.

Κι εκεί βέβαια ανήκουν χρονικά, αλλά, μονάχα από πλευράς αριθμήσεως τον αιώνων. Αν κοιτάξουμε βαθύτερα μέσα στον καθρέφτη του καιρού θα δούμε ευθύς τη διαφορά.

Αυτός ο «αρχαίος κόσμος» αλήθεια,—ως το σημείο, φυσικά, πού μπορούμε να τον αναπλάσουν —έχει παντού τα ίδια χαρακτηριστικά. στην Αίγυπτο, στην Κρήτη, στην Μεσοποταμία, όσο μπορούμε να μαντέψουμε απ’ τα θρύψαλα, ίδιες ήταν οι συνθήκες τής ζωής.

Ένας μονάρχης, δεσποτικός, πού κυβερνούσε το λαό του σύμφωνα με τα κέφια του και τα κρυφά του πάθη. «Ένας λαός κατατρεγμένος, υποταγμένος, εξαθλιωμένος. και μια μεγάλη ιερατική ομάδα προνομιούχων πού χειρίζεται αποκλειστικά κάθε τι με το πνεύμα και τη σκέψη.

Αυτός είναι ο τύπος ενός κράτους πού ακόμα και σήμερα ονομάζουμε Ασιατικό. Διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες χωρίς να χάση κανένα από τα χαρακτηριστικά του, και μονάχα στα τελευταία χρόνια παρουσιάζει, τουλάχιστον εξωτερικά, δείγματα προσπάθειας να συμμορφωθεί προς τίς επιταγές τού σύγχρονου πολιτισμού.

Μα κατά βάθος η Ανατολή ποτέ της δεν αλλάζει. Από τ’ αρχαία χρόνια ως σήμερα στάθηκε πάντα φοβισμένη και διατακτική σέ κάθε εξέλιξη και σέ κάθε γόνιμη αλλαγή.

Πως να σύνδεσης λοιπόν τούς Έλληνες με μια τέτοια νοοτροπία;

Οι Έλληνες φτιάξανε κάτι εντελώς νέο και πρωτότυπο.

Ήταν οι πρώτοι Δυτικοί, οι δημιουργοί μιας νοοτροπίας πού σήμερα είναι πια η δική μας.

Αυτή ήταν η βασική Ελληνική συνεισφορά κι’ αυτή είναι και σήμερα η θέση τής Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο μας.

Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την Ρώμη.

Δεν ήταν βέβαια υποταγμένη, η Ρώμη, στο πνεύμα το ανατολικό κι ήταν φορές πού άνθρωποι υπεύθυνοι επαναστατούσαν και θεωρούσαν ανόητους τούς διαλογισμούς των σοφών τής Ανατολής. «Τί έστιν αλήθεια;» ρώτησε με περιφρόνηση ο Πιλάτος.

Αλλά εξίσου απομακρυσμένη ήταν η Ρώμη κι από το πνεύμα. το Ελληνικό. Οι επιστήμες,—τα μαθηματικά, η φιλοσοφία,— η αέναη έρευνα των μυστικών του κόσμου και των τρόπων με τούς όποιους πορεύεται,—σταμάτησαν επι αιώνες όταν η ηγεσία πέρασε από τούς Έλληνες στους Ρωμαίους.

Η δήθεν Ελληνορωμαϊκή «κλασσική παράδοση» στην οποία συχνά αναφερόμαστε και στην, οποία αποδίδουμε τα ίδια χαρακτηριστικά είναι μια ψευδαίσθηση. η Αθήνα και η Ρώμη είχαν ελάχιστα κοινά σημεία μεταξύ τους.

Εκείνο πού διακρίνει τον σύγχρονο κόσμο μας απ’ τον παλιό και πού χωρίζει τη Δύση από την Ανατολή είναι η υπεροχή του νου στις σχέσεις των ανθρώπων, κι αυτό στην Ελλάδα μόνο γεννήθηκε και ανάμεσα στους Έλληνες μόνον διατηρήθηκε, απ’ όλους τούς λαούς τού αρχαίου κόσμου. Σέ μια ανθρωπότητα όπου επικρατούσε ο παραλογισμός, αυτοί ήταν οι πρωτοπόροι τού λόγου, οι πρώτοι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι πού φάνηκαν στη γη.

Μας είναι δύσκολο σήμερα να συλλάβουμε τι μεγάλη σημασία είχε αυτή η καινοτομία.

Ο κόσμος μες στον όποιο ζούμε μας φαίνεται κάπως λογικός και καταληπτός, κι έχουμε πια ένα πλήθος συγκεκριμένα στοιχεία για το κάθε τι πού μας τριγυρίζει.

Τώρα πού βρήκαμε τον τρόπο να εντάσσουμε τις τρομακτικές φυσικές δυνάμεις στην εξυπηρέτηση δικών μας σκοπών η κυριότερη προσπάθειά μας είναι να εντείνουμε την επικυριαρχία μας πάνω στον υλικό κόσμο.

Δεν πλανιόμαστε πάνω απ’ την γη με τα φτερά τής φαντασίας, ούτε βυθιζόμαστε μέσα στον εσωτερικό μας κόσμο με τα μάτια τής ψυχής. Παρατηρούμε απλώς τι γίνεται γύρω μας και βγάζουμε τα συμπεράσματά μας με το μέσο τής λογικής.

Η δραστηριότης μας είναι κυρίως νοητική. η κοινωνία μέσα την όποια ζούμε είναι μια κοινωνία βασισμένη στη λογική. τα συναισθήματα και τα δράματα έχουν τη θέση τους μονάχα όταν εναρμονίζονται προς τα έλλογο αυτό κοινωνικό μας πλέγμα.

Μα δεν ήταν τέτοιος ο κόσμος μέσα στον οποίο πρωτοβρέθηκαν οι Αρχαίοι Έλληνες. Ακόμα και σήμερα αυτά πού λέμε για τον κόσμο μας εφαρμόζονται μονάχα σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό χώρο και δεν περιλαμβάνουν τις απέραντες εκτάσεις και τούς απειράριθμους πληθυσμούς τής ’Ανατολής.

Εκεί ισχύει αυτό πού ίσχυε πάντα, η υπεροχή του ψυχικού στοιχείου. Ότι δεν συμβαίνει μέσα στον άνθρωπο θεωρείται ασήμαντο και ανάξιο τής προσοχής των αληθινά σοφών. Η παρατηρητικό της για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, για τα πραγματικά περιστατικά τού έξω κόσμου, δεν εκτιμάται στην Ανατολή.

Ο κόσμος, λοιπόν, μέσα στον όποιο πρωτοεμφανίστηκε η Ελλάς ήταν ένας κόσμος όπου ο νους είχε την τελευταία θέση. Ότι άξιζε και ότι επικρατούσε ως τότε ήταν το άγνωστο, το απύθμενο, κείνο πού βλέπει μόνο η ψυχή.

Αλλά τον ψυχικό κόσμο δεν τον βλέπει κανένας, ούτε τον ακούει, ούτε τον αγγίζει. τον ζει μονάχα, κι ούτε τον μοιράζεται με τον άλλον. Ίσως οι άγιοι η οι ήρωες να μπορούν να τον αποδώσουνε μ’ ένα λόγο η με ένα τραγούδι, η με μια ζωγραφιά, κι αυτό μονάχα αν είναι οι ίδιοι καλλιτέχνες.

Νους και ψυχή μαζί είναι ότι μας διακρίνουν απ’ τον άλλον κόσμο, τον ζωικό. Αυτά είναι πού δίνουν στον άνθρωπο την δυνατότητα να μάθει την Αλήθεια, μα και να πεθάνει για χάρη της. Δύσκολα χωρίζονται και δύσκολα απομονώνονται, γιατί και τα δυο μαζί είναι εκείνα πού (για να θυμηθούμε τον Πλάτωνα) «δίνουν στο άμορφο μορφή».

Edith Hamilton

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Η ΥΠΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ!!


«Στην Υπατία, που στην λάμψη σου, στα λόγια σου, κλίνω γόνυ και υψώνω το βλέμμα μου, προς τον έναστρο ουρανό του πνεύματός σου. 
Γιατί προς τον ουρανό τοξεύει η πράξη σου, προς τον ουρανό οδηγεί των λόγων σου η ομορφιά, θεϊκή Υπατία. 
Ω! Συ των πνευματικών επιστημών υπέρλαμπρο αστέρι».

Παλλαδάς

Η Υπατία γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το  370 μ.Χ. Σπουδαία φιλόσοφος, μαθηματικός κι αστρονόμος, κόρη του μαθηματικού και φιλοσόφου Θέωνος της Αλεξανδρείας. 

Απ’ τον πατέρα της η Υπατία έλαβε εξαιρετική μόρφωση, την οποία ανέπτυξε σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά τον ξεπέρασε! 
Θεωρείται η πρώτη γυναίκα επιστήμονας, που δίδαξε δημόσια υψηλή θετική διανόηση!

Υπήρξε μία μεγάλη νεοπλατωνική φιλόσοφος, που με την πολύπλευρη προσωπικότητά της και την επιστημονική της κατάρτιση, είχε κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό του λαού της Αλεξανδρείας. 

Οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι ήταν ασκητικοί ακολουθώντας τις αρχές του Πυθαγόρα, που δίδασκε, πως η σοφία επιτυγχάνεται μέσω της αποχής. 

Η Υπατία τηρούσε πιστά αυτές τις αρχές, χωρίς ν’ απαιτεί ποτέ το ίδιο από τους μαθητές της!

Η φήμη της εξαπλώθηκε γρήγορα κι απ’ όλα τα μέρη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, άρχισαν να έρχονται στην Αλεξάνδρεια για να σπουδάσουν φιλοσοφία.  

Η διδασκαλία της ήταν χαρισματική! Η ομορφιά της έτερπε τους οφθαλμούς και τα λόγια της αιχμαλώτιζαν τα ώτα. 

Μεταξύ των μαθητών της υπήρξαν  πολλοί Χριστιανοί, ένας εκ των οποίων ήταν κι ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, που αργότερα έγινε επίσκοπος Πτολεμαίδος. 

Ο Συνέσιος έγραψε στην Υπατία πολλές επιστολές, που έχουν διατηρηθεί, εκφράζοντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό του, για τις διδακτικές κι επιστημονικές ικανότητες της Υπατίας.

Τον 4ο αιώνα οι αυτοκράτορες, με μοναδική εξαίρεση τον Ιουλιανό, προσπάθησαν να επιβάλουν τον Χριστιανισμό, σαν  κυρίαρχη θρησκεία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. 

Έτσι ήρθαν σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες θρησκευτικές και φιλοσοφικές τάσεις που υπήρχαν στο Ρωμαϊκό κράτος. 

Ο νεοπλατωνισμός δε, αποτελούσε τον μεγαλύτερο εχθρό του Χριστιανισμού.

Οι αυτοκράτορες, με μια σειρά διατάξεων άρχισαν να περιορίζουν τις ελευθερίες λατρείας των Εθνικών, να κλείνουν τα ιερά, ν’ απαγορεύουν τις θυσίες και ν’ αρπάζουν τις περιουσίες τους. 

Προς το τέλος μάλιστα του 4ου αιώνα, οι ναοί άρχισαν να καταστρέφονται κι η Εθνική λατρεία τέθηκε υπό διωγμόν! 

Τα θύματα του διωγμού ήταν πάρα πολλά!

Το 412 μ.Χ ο Κύριλλος έγινε Επίσκοπος της Αλεξανδρείας. Έπαρχος της Αλεξανδρείας ήταν ο Ορέστης. 
Ο Κύριλλος κι ο Ορέστης ήταν πολιτικοί ανταγωνιστές.

Ο ένας εκπροσωπούσε την εκκλησία κι ο άλλος το κράτος, που πάλευαν για την επικράτηση τους και τον έλεγχο των μαζών.

Η Υπατία ήταν φίλη του Ορέστη κι αυτό, μαζί με την προκατάληψη των Χριστιανών, για τις φιλοσοφικές απόψεις της, ήταν αρκετό για να κινήσει την οργή του Κυρίλλου!

Ο Κύριλλος λοιπόν, ο οποίος αργότερα αγιοποιήθηκε για το “ζήλο” του, την κατηγόρησε, πως ασκούσε μαύρη μαγεία! 

Η κατηγορία για μαύρη   μαγεία, εκείνη την εποχή ήταν μια προσφιλής κι αποτελεσματική μέθοδος εξόντωσης των εχθρών των Χριστιανών!

Το 415, ενώ η Υπατία επέστρεφε στο σπίτι της, από ένα περίπατο, μια ομάδα Χριστιανών Παραβολάνων (ομάδα νεαρών που λειτουργούσαν ως στρατιωτικό σώμα του Πατριάρχη) της επετέθηκε! 

Την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον κι εκεί ξέσκισαν τα ρούχα της και κομμάτιασαν το σώμα της με όστρακα. 

Οι τοίχοι της εκκλησίας βάφτηκαν κόκκινοι, απ’ το αθώο αίμα της Υπατίας! 

Το μένος τους δεν σταμάτησε εκεί! 

Έσυραν τα κομμάτια της σ’ όλη την πόλη και τα κάψανε στην πυρά έξω από την Αλεξάνδρεια, μαζί με τα γραπτά της, στην θέση Κίναρο.

Ο Ορέστης ζήτησε απ’ τη Ρώμη να ξεκινήσουν έρευνες, για την δολοφονία της Υπατίας. 

Οι έρευνες αναβλήθηκαν πολλές φορές, γιατί δεν βρέθηκαν μάρτυρες!! 

Τελικά ο Κύριλλος ισχυρίσθηκε, πως η Υπατία ήταν ζωντανή και ζούσε στην Αθήνα. 

Μαζί με την Υπατία δολοφονήθηκε κι ο Ελληνικός κλασσικός Πολιτισμός, γιατί η Υπατία ενσάρκωνε το περήφανο πνεύμα του, την ομορφιά του, την λάμψη του! 

Και ξεκίνησε ο σκοταδισμός του Χριστιανικού Μεσαίωνα.

Η Υπατία έγραψε σχόλια για την Αριθμητική του Διοφάντους, επίσης για τον Αστρονομικό Κανόνα του Πτολεμαίου και για τις Κωνικές Τομές του Απολλώνιου της Πέργας.

 Κανένα έργο της δεν έχει διασωθεί ολοκληρωμένο!

Ο μαρτυρικός θάνατος της Υπατίας, συμβολίζει τον αργό μαρτυρικό θάνατο του Ελληνικού Πνεύματος στην Ελλάδα του σήμερα, που ο σκοταδισμός κι ο μισελληνισμός κυριαρχούν.  

Η θυσία της, φωτεινός φάρος κάθε Ελληνικής Ψυχής ας μας δώσει την δύναμη ν’ αντισταθούμε και να παλέψουμε για να λάμψει ξανά το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΩΣ στην χώρα των Θεών και των Θρύλλων…

ΙΕΡΑ ΕΛΛΑΣ


Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Αρχαιοελληνικό τραπέζι. ΤΙ ΕΤΡΩΓΑΝ πρωί -μεσημέρι- βράδυ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ.ΓΕΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ…!



Τί πιο χαριτωμένη εγώ ζωή δεν ξέρω κι’ άλλη, παρ’ όταν όλος ο λαός τριγύρω αναγαλλιάζη, και στα παλάτια οι σύδειπνοι αράδα καθισμένοι ακούνε τον τραγουδιστή, με τα τραπέζια ομπρός τους, γεμάτα κρέας και ψωμί, κι ο κεραστής σαν παίρνη απ’ το κροντήρι το κρασί και χύνη στα ποτήρια. Στον κόσμο τ’ ομορφότερο λογιάζω αυτό πως είναι.

Ομήρου Οδύσσεια (Μετάφραση Αργ. Εφταλιώτη)
«Αρχή και ρίζα παντός αγαθού η της γαστρός ηδονή» (Επίκουρος 341-270 π.Χ.)

Τίποτα σε σχέση με τη διατροφή και το τελετουργικό της στην αρχαία Ελλάδα δεν είναι τυχαίο, όλα έκρυβαν μια λογική αιτία, μια μικρή σοφία… Το φαγητό δεν ήταν μια γρήγορη στιγμή μέσα στην ημέρα, μια υποχρέωση, αλλά τμήμα του ίδιου του πολιτισμού με όλες τις διαφοροποιήσεις που μπορεί να έχει αυτό.
Ήταν τμήμα της θρησκείας, της λατρείας, της επικοινωνίας, της φιλοσοφίας, της ιατρικής, της θεραπείας και άλλων εκφάνσεων της ανθρώπινης συνείδησης, ακόμα και αυτού του ίδιου του ανθρώπινου πνεύματος.
Αν και το φαγητό άλλαζε από τόπο σε τόπο, από χρονική περίοδο σε χρονική περίοδο και ήταν διαφορετικό από μια κοινωνική τάξη σε μια άλλη (ναι υπήρχαν και τότε τέτοιες) η τελετουργία στο φαγητό, οι συνήθειες και η πνευματικότητα που πολλές φορές υπήρχε ακόμα και σε αυτήν την ευτελή ανάγκη, κάνουν τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής διατροφής μια ευχάριστη και χρήσιμη περιπέτεια.
Αν και η φτώχεια ήταν πολλές φορές συχνός σύντροφος στις αρχαίες ελληνικές πόλεις, η αρχαία ελληνική γαστρονομία είναι εξαιρετικά πλούσια. Πλούσια σε υλικά, σε τρόπους μαγειρέματος, σε συνδυασμό υλικών, αλλά κυρίως πλούσια σε πολιτισμό. Πολλές διατροφικές συνήθειες έχουν «ξεμείνει» και υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην ελληνική επικράτεια, προκαλώντας ιδιαίτερη συγκίνηση σε όποιον το ανακαλύπτει.

Διατροφικές συνήθειες
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι ήταν λιτοί στη διατροφή τους όπως και σε όλα. Εκτός από τις εξαιρετικές περιπτώσεις ή τους πολύ πλούσιους, η λιτότητα ήταν εκείνη που χαρακτήριζε τη διατροφή τους. Στη βάση αυτής της διατροφής συναντάμε την τριάδα: λάδι, σιτάρι, κρασί.

Παραδοσιακά σχεδόν σε όλη την αρχαιότητα, τα φαγητά τα μαγείρευαν οι γυναίκες με τη βοήθεια των δούλων σε ειδικούς χώρους, αποκλειστικά στις αυλές και στον κήπο και ποτέ μέσα στο σπίτι (σε πολλά μέρη της Ελλάδα μέχρι πρόσφατα ο χώρος της κουζίνας βρισκόταν έξω από το κύριο κτίσμα του σπιτιού).
Τα ψώνια στην αγορά αντίθετα τα αναλάμβαναν αποκλειστικά οι άντρες. Η αγορά κατά την κλασική εποχή ήταν και τόπος συνάντησης, επικοινωνίας και διάδοσης των νέων.

Στην κλασσική Ελλάδα, οι Έλληνες έτρωγαν δυο γεύματα την ημέρα σε αντίθεση με την προκλασσική όπου έτρωγαν τρία. Γύρω στον 4ο π.Χ. αιώνα εμφανίστηκαν και οι πρώτοι επαγγελματίες μάγειροι και ζαχαροπλάστες, πολλοί από τους οποίους έγιναν διάσημοι για τις αποδόσεις τους.
Στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, όταν κάποιος πολίτης ήθελε να διοργανώσει μια γιορτή ή ένα συμπόσιο έβρισκε στην αγορά τους μαγείρους. Συχνά και οι ίδιοι οι μάγειροι περνούσαν έξω από τα πλούσια σπίτια διαλαλώντας την τέχνη τους, έτοιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Οι γυναίκες (εκτός από τις εταίρες, τις αυλητρίδες, τις χορεύτριες κ.α.) δεν εμφανίζονταν στα συμπόσια, όπως και γενικά δεν παρουσιάζονταν ποτέ μπροστά στους ξένους επισκέπτες.

Ο ανδρών ήταν η τραπεζαρία, ένας χώρος με ανάκλιντρα και τραπέζια όπου οι άντρες έτρωγαν, συνομιλούσαν και φιλοσοφούσαν, χώρος όπου οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να βρίσκονταν όταν ήταν οι άντρες εκεί. Κατά πάσα πιθανότητα και στις οικογενειακές γιορτές άντρες και γυναίκες έτρωγαν ξεχωριστά. Μάλλον οι άντρες πρώτα και οι γυναίκες κατόπιν. Οι αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν καθιστοί (κυρίως στους ομηρικούς χρόνους) ή ημιξαπλωμένοι στα ανάκλιντρα.

Δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και σπάνια χρησιμοποιούσαν μαχαίρια. Έτρωγαν κυρίως με τα χέρια ή με ένα κομμάτι από την κόρα του ψωμιού. Όταν χρειαζόταν χρησιμοποιούσαν κουτάλι, τη μόστρα ή γλώσσα.
Η λιτότητα που χαρακτήριζε τον τρόπο ζωής και σκέψης των αρχαίων δεν θα μπορούσε να λείπει από τη διατροφή τους. Δεν γνώριζαν το ρύζι, τη ζάχαρη, τις ντομάτες, το καλαμπόκι, τον καφέ, τα πορτοκάλια, τα λεμόνια, ακόμα και το ούζο (αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης).

Τα γεύματα
Ο Ρομπέρ Φλασελιέρ στο «Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων» μας περιγράφει μια τυπική μέρα της ζωής ενός πολίτη της αρχαίας Αθήνας.
Η περιγραφή αρχίζει με την ανατολή του ήλιου όπου ο Αθηναίος πολίτης, πριν βγει από το σπίτι του, έτρωγε κάτι λιτό. Αυτό ήταν το ακράτισμα και συνήθως αποτελείτο από λίγο κριθαρένιο ψωμί («μάζα» από κριθάρι για το λαό, «άρτο» από σιτάρι για τους πλούσιους) βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί (άκρατος οίνος).
Άλλες συνηθισμένες πρωινές τροφές ήταν τα ξερά σύκα, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και άλλοι ξηροί καρποί. Καμιά φορά το πρώτο γεύμα της ημέρας συμπληρωνόταν με μια κούπα από κυκεώνα, το διάσημο αρχαίο ελληνικό ποτό, που ήταν φτιαγμένο κυρίως από νερό, κριθάρι και βότανα. Ο κυκεώνας χρησιμοποιούνταν και στα Ελευσίνια μυστήρια και ήταν αγαπημένο ποτό των Ελλήνων αγροτών.
Οι αριστοκράτες της εποχής τον απέφευγαν.


Κατά το μεσημέρι ή προς το απόγευμα, ο Αθηναίος της μεσαίας τάξης έπαιρνε ένα απλό γεύμα, στα γρήγορα, το άριστον.
Κάποιοι ξαναέτρωγαν κάτι το βράδυ, το εσπέρισμα, αλλά το κυρίως και μεγαλύτερο γεύμα ήταν το δείπνο και το έπαιρναν κανονικά στο τέλος της ημέρας μόλις νύχτωνε.
Το δείπνο ή συμπόσιο, τελείωνε με τραγήματα (επιδόρπια), φρούτα νωπά ή ξηρά, ως επί το πλείστον σύκα, καρύδια και σταφύλια ή γλυκά με μέλι.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν έτρωγαν ποτέ μόνοι τους. Κάτι τέτοιο, τόσο κοινό στην εποχή μας, το θεωρούσαν δυστυχία.
Πίστευαν ότι έτσι δεν γευμάτιζαν, αλλά ότι απλώς γέμιζαν το στομάχι τους. Το φαγητό με παρέα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παραμέτρους στις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων και σπουδαίου δείγμα του πολιτισμού τους.

Δείπνα και Συμπόσια
Συμπόσιο σημαίνει κατανάλωση κρασιού με παρέα. Το συμπόσιο αποτελούνταν από δυο μέρη, τον δείπνον και τον πότον.
 Αρχικά, όλοι έπιναν το πρόπωμα που ήταν κρασί με μέλι και ανθόνερο. Στη συνέχεια, το δείπνο συνόδευαν σπονδές προς τιμήν κυρίως του Διόνυσου. Αυτή ήταν η φάση του φαγητού, που όμως συνήθως δεν διαρκούσε πολύ.

Στο δείπνο, οι συνδαιτυμόνες έτρωγαν ψάρια, πουλερικά, κυνήγι, χορταρικά κ.α. Το κρασί σε αυτή τη φάση ήταν ανέρωτο.
Συνήθως οι συμμετέχοντες ήταν ξαπλωμένοι σε αναπαυτικά ντιβάνια ανά δύο ή τρεις. Μπορούσαν όμως να τρώνε και καθιστοί.
Μετά το δείπνο, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια τους ή όλο τους το σώμα και ακολουθούσε το κυρίως συμπόσιο.
Το πέρασμα από το δείπνο στο κυρίως συμπόσιο συνοδευόταν από μια σπονδή και έναν παιάνα.

Ανάλογα με το σπίτι και τη συντροφιά, υπήρχαν και λιβανωτά που έκαιγαν στο χώρο. Οι συνδαιτυμόνες στέφονταν με στεφάνια από φύλλα ή λουλούδια και αλείφονταν με μύρα. Ο κανόνας ήταν οι συμμετέχοντες να μην είναι πολλοί, ώστε να μπορεί ο οικοδεσπότης να μιλάει με όλους. Ο σκοπός των συμποσίων δεν ήταν το φαγητό, αλλά η κατανάλωση κρασιού, η συναναστροφή, η διασκέδαση, η φιλοσοφία μεταξύ των αντρών.
Το φαγητό δεν ήταν το κεντρικό θέμα των συμποσίων, αλλά μάλλον το ευχάριστο και απαραίτητο φόντο. Πολλές φορές οι τροφές ήταν σε μεγάλη αφθονία, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του οικοδεσπότη.
Σε αυτό το δεύτερο και κύριο μέρος του συμποσίου το κρασί ήταν νερωμένο (κράμα). Οι τροφές ήταν τα τραγήματα ή τρωγάλια κάτι σαν τα σημερινά επιδόρπια που συνόδευαν τις ώρες της οινοποσίας, της φιλοσοφίας και της διασκέδασης.
Τα τραγήματα αποτελούνταν συνήθως από νωπούς ξηρούς καρπούς, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια και γλυκές και αλμυρές πίτες, τις οποίες έφτιαχναν με μέλι, τυρί και λάδι. Επίσης, ένα πολύ αγαπητό επιδόρπιο ήταν ομυττωτός, μια πίτα με τυρί, μέλι και σκόρδα («Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών», Λένα Τερκεσίδου).


Τα συμπόσια πολλές φορές συνόδευαν μουσικοί, αυλητές, κιθαριστές, χορεύτριες και άλλοι. Απαγγέλλονταν στίχοι ή σκόλια (τραγούδια του κρασιού), οι άντρες επιδίδονταν σε αγώνες, έπαιζαν παιχνίδια κτλ. Το κρασί έφερνε τη χαλάρωση των αναστολών και οι ερωτικές περιπτύξεις πολλές φορές δεν έλειπαν.
Παρόλα αυτά τα συμπόσια είχαν τους δικούς τους νόμους και κανόνες και η μέθη κατά κύριο λόγο δεν ήταν αποδεκτή. Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει στο συμπόσιο όποιον ήθελε. Υπήρχαν και κάποιοι που πήγαιναν στα συμπόσια ακάλεστοι, ήταν οι λεγόμενοι παράσιτοι των συμποσίων. Αυτοί συνήθως ήταν δεινοί κόλακες, αλλά και διασκεδαστές της παρέας. Το συμπόσιο μπορούσε να διαρκέσει έως τις πρώτες πρωινές ώρες.

Τα συμπόσια δεν ήταν όλα ίδια, διέφεραν ανάλογα με την κοινωνική τάξη, αλλά και το πνευματικό επίπεδο των συμμετεχόντων και του οικοδεσπότη. Ο Πλάτων είχε τις ενστάσεις του γενικά σε σχέση με τα συμπόσια και θεωρούσε ότι οι πνευματικοί άνθρωποι δεν χρειαζόντουσαν σε αυτά χορεύτριες, αυλητρίδες και κιθαριστές.
 Αυτά πίστευε ότι είναι για τα ακαλλιέργητα άτομα που δεν μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον των συμποτών τους με πιο σοβαρές ενασχολήσεις. Αν και αυτή έχει θεωρηθεί μια ελιτίστικη άποψη της εποχής, αποτελεί ένα στοιχείο που αποδεικνύει το πόσο διέφεραν τα συμπόσια μεταξύ τους.

Τα εδώδιμα υλικά των θυσιών
Με τις θυσίες οι άνθρωποι εξευμενίζουν τους θεούς, ζητούν «χάρες» από αυτούς, τους ευχαριστούν για την ευλογία τους και προσπαθούν να διατηρήσουν μια αρμονική σχέση μαζί τους. Οι θυσίες στους θεούς ήταν πολύ σημαντικές για τους αρχαίους Έλληνες, όπως και για όλους τους αρχαίους λαούς.
Η θυσία μπορεί να είναι αιματηρή, αλλά και αναίμακτη και να περιλαμβάνει προσφορές βρώσιμων ή άλλων αγαθών. Οι σπονδές περιλάμβαναν νερό, κρασί, γάλα μέλι, φυτικά ή ζωικά έλαια. Κάποιες φορές χρησιμοποιούνται λουλούδια, χόρτα, σπόροι και καρποί. Στις ζωοθυσίες αναφέρεται η προσφορά οικιακών ζώων, όπως κόκορας, αρνί, κατσίκι, κριάρι, αλλά και άλογο. Ο Γ. Α. Ρηγάτος αναφέρει στο «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα» ότι στη Δήμητρα π.χ. θυσιαζόταν μια έγκυος γουρούνα, στην Εκάτη σκύλος κτλ. Συνήθως επέλεγαν προς θυσία ζώα με μαύρο χρώμα για τις χθόνιες θεότητες.

Ιδιαίτερος τύπος θυσίας είναι η εκατόμβη. Κυριολεκτικά σημαίνει σφαγή εκατό βοδιών. Αναφέρεται ότι τέτοια θυσία έκανε ο Κόνων όταν τέλειωσε την ανοικοδόμηση των τειχών της Αθήνας. Οι θυσίες είχαν τα τελετουργικά τους που κάποιες φορές διαφέρουν από θεό σε θεό.
Οι αρχαίοι θυσίαζαν ένα κομμάτι του ζώου στο θεό και το υπόλοιπο έτρωγαν αυτοί και οι οικείοι τους. Πολλές φορές το κρέας των θυσιών μοιραζόταν όλη η πόλη. Η λέξη εστιατόριο στην αρχαιότητα ήταν το δωμάτιο κοντά στο βωμό, όπου έτρωγαν όσοι είχαν τελέσει τη θυσία.
Πολλές φορές ήταν μια ευκαιρία για τους κατοίκους των πόλεων να εξασφαλίσουν γεύματα πλούσια με κρέατα άριστης ποιότητας, σε εποχές που αυτά δεν ήταν εξασφαλισμένα για τα πλατιά στρώματα του πληθυσμού μιας πόλης.
Τα μέρη που έμεναν μετά τη θυσία ήταν τα περιβόητα ειδωλόθυτα (Γ. Α. Ρηγάτος, «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα»). Οι θυσίες των φτωχών ήταν περισσότερο αναίμακτες για ευνόητους λόγους.

Και ταξικές διαφορές στη διατροφή
Στο «Σειρήνια Δείπνα», ο Andrew Dalby μας λέει ότι η δίαιτα των φτωχών, αλλά όχι εντελώς άπορων Ελλήνων συνίστατο κυρίως από δημητριακά συνοδεύομενα από κάποια εδέσματα, ακριβώς όπως και των πλουσιότερων. Στην περίπτωση των φτωχών υπήρχε μία μόνο διαφορά, ότι τα εδέσματα αυτά ήταν αρκετά περιορισμένα: συνήθως επρόκειτω για πράσινα λαχανικά και ρίζες. Η μετακίνηση από το όριο της φτώχιας, μας λέει ο Dalby, στην ένδεια σημαδεύεται από δύο ορόσημα. Το ένα είναι η αδυναμία να αγοράσει κανείς δημητριακά και το δεύτερο η απόλυτη εξάρτησή του από την τροφή που συλλέγεται σε άγρια μορφή.
 Από την άλλη πλευρά όσο αυξανόταν ο πλούτος τόσο αυξανόταν και η κατανάλωση κρέατος. Το ψάρι ήταν μια πιο προσιτή πολυτέλεια στα ευρύτερα στρώματα των περισσότερων ελληνικών πόλεων. Από τη μια έχουμε περιγραφές για πολυτελή γεύματα και συμπόσια, όπου πλεόναζαν τα αρνιά, τα μοσχάρια, τα γουρουνόπουλα, τα χέλια, τα ψάρια, τα γλυκίσματα, οι πίτες και από την άλλη περιγραφές για εντελώς λιτές διατροφές που περιοριζόντουσαν στα λαχανικά, τα όσπρια και το ψωμί.

Σπαρτιατική διατροφή
Η διατροφή των αρχαίων Σπαρτιατών διέφερε από αυτή των Αθηναίων. Η λιτότητα και η αυστηρότητα της διατροφής τους ήταν εντυπωσιακή. Ο Σπαρτιάτης με διογκωμένο στομάχι ήταν ανυπόληπτος. Οι άνδρες Σπαρτιάτες (όπως και οι Κρήτες) έτρωγαν πάντα σε ομαδικά γεύματα, τα συσσίτια, που θεσμοθέτησε ο Λυκούργος. Οι γυναίκες δειπνούσαν στα σπίτια τους. Στα συσσίτια έτρωγαν λαγάνες, χοιρινό βραστό κρέας ως προσφάι και φυσικά μέλανα ζωμό. Η μέθη απαγορευόταν. Στο τέλος προσφέρονταν τα έπακλα, δηλαδή φάσσες, χήνες, τρυγόνια, κοτσύφια, τσίχλες, λαγοί, αρνιά, κατσίκια, τα οποία πρόσφεραν διακεκριμένοι πολίτες. Τα ονόματά τους ανακοινώνονταν μετά το γεύμα από τους μάγειρες.

Ο μέλανας ζωμός ήταν ένα είδος ραγού, που παρασκευαζόταν από χοιρινό κρέας, αίμα, ξίδι και αλάτι. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι δεν μπορούσε ο καθένας πιει μέλανα ζωμό. Ο Διόνυσος, τύραννος των Συρακουσών όταν προσπάθησε να τον δοκιμάσει τον έφτυσε στην πρώτη γουλιά. Ο Σπαρτιάτης μάγειράς του τότε του είπε: «Βασιλιά μου, για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιάτικη γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα» («Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών», Λένα Τερκεσίδου).

Ο Ιπποκράτης και η διατροφή
Είναι δύσκολο να μιλήσεις για την αρχαία ελληνική διατροφή και να μην αναφερθείς στον Ιπποκράτη. Ο συσχετισμός τροφής, υγείας και ασθένειας είναι βασικός στον πατέρα της ιατρικής που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής με τη διάσημη φράση: «το φάρμακό σου η τροφή σου και η τροφή σου το φάρμακό σου».
Ο γιατρός Ιπποκράτης ήταν ένας μελετητής της φύσης, θεωρούσε ότι η φύση που δημιούργησε την αρρώστια, η ίδια μπορεί να θεραπεύσει και έδινε μεγάλη σημασία στην αυτοθεραπεία. Σε ορισμένες παθήσεις ο Ιπποκράτης συστήνει δίαιτα και σε άλλες τέλεια αποχή από την τροφή.
Ο γιατρός είναι ουσιαστικά ένας βοηθός της φύσης για τον Ιπποκράτη. Επίσης, ενδεχομένως είναι δική του η άποψη ότι αν το σώμα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα στην αφομοίωση των τροφών, δεν υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί κάποια ασθένεια.
Η τροφή και η δίαιτα (η διατροφή) είναι ουσιώδης για την καλή υγεία, αλλά και τη θεραπεία και αυτό είναι κάτι που διαπνέει το έργο του Ιπποκράτη και όλη την ιπποκρατική σχολή. Επίσης, ο μεγάλος αυτός γιατρός θεωρούσε ότι όποιος μπορεί να δημιουργεί στον οργανισμό του ανθρώπου τα αντίθετα ξηρό και υγρό ή ψυχρό και θερμό με τη σωστή διατροφή, αυτός θα μπορούσε να θεραπεύσει και αυτή την αρρώστια, αρκεί να διακρίνει την κατάλληλη στιγμή που κάτι ωφελεί (Δαμιανός Τσεκουράκης, «Η δίαιτα στον Ιπποκράτη»).

Οι μάγειρες θα πρέπει να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις, να είναι και λίγο «γιατροί» δηλαδή. Φυσικά, ο Ιπποκράτης δεν είναι ο μόνος γιατρός της αρχαιότητας που σύνδεσε την υγεία με τη διατροφή.
Ο Πολύβος (της Ιπποκρατικής σχολής και αυτός) αναφέρει ότι όλες οι αρρώστιες προκαλούνται άλλες από τις τροφές και άλλες από τον αέρα που αναπνέουμε για να ζήσουμε.

Όλες οι ασθένειες προέρχονται από το έντερο. Ιπποκράτης (460-370 π.κ.χ.)

Αρχαιοελληνικό τραπέζι
Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν ιδιαιτέρως και τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Αν και το βούτυρο ήταν γνωστό, έχανε σε προτιμήσεις σε σχέση με το ελαιόλαδο.
Το φαγητό συνόδευε κρασί αναμεμειγμένο με νερό. Πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων παρέχουν τόσο οι γραπτές μαρτυρίες όσο και διάφορες καλλιτεχνικές απεικονίσεις. Ο Όμηρος, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, το έργο του γραμματικού Αθήναιου, (με το διάσημο έργο «Δειπνοσοφιστές») κ.α. από τη μία πλευρά και οι απεικονίσεις στα κεραμικά αγγεία, στα αγαλματίδια κτλ. μας δίνουν αρκετές πληροφορίες για τις συνήθεις και τα είδη φαγητού που κατανάλωναν οι πρόγονοί μας.


Δημητριακά – Ψωμί
Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Τα κυριότερα ήταν το σιτάρι (πύρος) και το κριθάρι. Η Αττική είχε μικρή όμως παραγωγή τόσο σε σιτάρι όσο και σε κριθάρι. Οι Αθηναίοι ήταν πολύ συχνά  αναγκασμένοι να εισάγουν σιτάρι όσο και κριθάρι. Το κριθάρι αποτελούσε τη βάση της διατροφής για τους Αθηναίους με χαμηλά εισοδήματα και τους δούλους.

Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το ψωμί και γι αυτό είχαν πολλά είδη. Το πιο διαδεδομένο και φθηνό είδος ψωμιού ήταν η μάζα. Το παρασκεύαζαν, ζυμώνοντας κριθαρένιο αλεύρι με νερό ή υδρόμελι ή ακόμα με νερό και κρασί, με λάδι και οξύμελι. Το ψωμί από σιτάρι προοριζόταν για τους πιο εύπορους και είχε στρογγυλό σχήμα. Στο ψωμί έμπαιναν και καρυκεύματα, όπως μάραθος, δυόσμος, μέντα κ.α.
 Ανάλογα με το καρύκευμα έπαιρνε και διαφορετικά ονόματα. Επίσης, πρόσθεταν και τυρί και έφτιαχναν τον τυρώντα. Άλλα ψωμιά ήταν ο ζυμίτης άρτος, ο χονδρίτης, ο συγκομιστός, εντίτης ή λευκιθίτης.
Ανάλογα με τον τρόπο ψησίματος ή το σχήμα άλλαζε και η ονομασία του ψωμιού. Το φουρνιστό ψωμί ήταν ο ιπνίτης, το ψωμί φόρμας που ψηνόταν σε πήλινα σκεύη λεγόταν κλιβανίτης. Το ψωμί που ψηνόταν στη χόβολη ονομαζόταν σποδίτης, ενώ τα ψωμάκια και οι τηγανίτες ονομάζονταν εσχαρίται και τηγανίται («Σειρήνεια δείπνα», Andrew Dalby).
Η κάθε οικογένεια έψηνε το ψωμί της στο σπίτι. Υπήρχαν φούρνοι που μπορούσες να αγοράσεις ψωμί και γλυκά, αλλά αυτοί ήταν για τους εύπορους.


Πλακούντες
Πολύ διαδεδομένοι στην αρχαία Ελλάδα ήταν και οι πλακούντες, ένα είδος πίτας. Τους παρασκεύαζαν όπως το ψωμί προσθέτοντας γάλα, τυρί, αυγά, λάδι, βούτυρο, άνηθο, μάραθο, κύμινο, σινάπι, πιπέρι, μέλι, φουντούκια, αμύγδαλα, σταφίδες. Μετά το ψήσιμο οι πλακούντες μπορεί να περιχύνονται με μέλι, συνήθεια που έχει διατηρηθεί μέχρι και στις μέρες μας σε διάφορα γλυκίσματα. Η Αθήνα ήταν ιδιαίτερα φημισμένη για τους πλακούντες της.

Κυκεώνας
Ο κυκεώνας ήταν ένα μείγμα κριθαριού με νερό και διάφορα αρωματικά φυτά όπως φλισκούνι, μέντα, θυμάρι. Πολλές φορές ο κυκεώνας ήταν κριθάλευρο με νερό, κρασί ή γάλα. Σε αυτό πρόσθεταν μέλι, τριμμένο τυρί, αλάτι ή χόρτα. Σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό.

Ελιά και Ελαιόλαδο
Η κατανάλωση ελιάς και ελαιολάδου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, συνυφασμένη με τα ήθη και τα έθιμα σε όλη την επικράτεια. Στην Αθήνα, η ελιά ήταν ιερό δέντρο, με νόμους που αυστηρά προάσπιζαν την προστασία του. Μάλιστα, η Αττική ήταν αυτάρκης και εξαγωγέας ελιάς και ελαιόλαδου.
Οι ψευδόστομοι αμφορείς χρησίμευαν για την αποθήκευση λαδιού. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του ελαιόλαδου ήταν γνωστές ήδη από την αρχαιότητα. Ο Ιπποκράτης αναφέρει 60 φαρμακευτικές χρήσεις του. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά όχι ως τρόφιμο, αλλά για άλλες εξωτερικές χρήσεις: για το φωτισμό και τον καλλωπισμό, στο λουτρό, για την επάλειψη αθλητών και νεογέννητων.
 Στα Παναθήναια οι νικητές λάμβαναν αγγεία γεμάτα λάδι ως έπαθλο. Κατά την κλασσική εποχή χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σχεδόν με όλες τις τροφές. Καλύτερο ήταν το αγουρέλαιο (το ωμοτριβές ή ομφάκινον), κάτι σαν το σημερινό έξτρα παρθένο, δεύτερο σε ποιότητα ήταν το δευτερεύον γεύματος και τελευταίο ήταν το χυδαίον έλαιον που ήταν το κατώτερης ποιότητας λάδι από υπερώριμες ή χτυπημένες ελιές.


Λαχανικά
Τα λαχανικά είχαν επίσης μεγάλη ζήτηση στην αρχαία Ελλάδα, αφού αποτελούσαν την κύρια τροφή των φτωχών και των αγροτών. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν σε αφθονία και έπρεπε να γίνονται εισαγωγές. Οι αρχαίοι έτρωγαν λάχανο, αγγούρι, βολβούς, ραπάνια, μανιτάρια, αγκινάρες, μαρούλια, βλίτα, σέλινο, καρότο, τεύτλα.
Κάποια από τα σπίτια των Αθηναίων είχαν μικρούς κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια*, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές.
Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν και οι τρυφερές τσουκνίδες. Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια. Το σκόρδο έτρωγαν ως προσφάι ή άρτυμα στα διάφορα εδέσματα και στις σαλάτες τους. Έτρωγαν επίσης βολβούς, τους οποίους τους θεωρούσαν και αφροδισιακούς.
Ο Πλάτων ακολουθούσε την «Πυθαγόρειο δίαιτα», δηλαδή ήταν χορτοφάγος και ήταν πολύ ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών.
* «Τροφή»: Αναφορικά με τα φασόλια που αναφέρονται να ξεκαθαρίσω πως δεν αφορούν τα φασόλια όπως τα ξέρουμε σήμερα, καθώς αυτά μας ήρθαν πολύ μεταγενέστερα, τότε είχαμε «φασίολους», το οποίο μάλλον ήταν είδος λούπινου…

Όσπρια
Πρόχειρη, εύκολη και το κυριότερο φθηνή τροφή, τα όσπρια είχαν την τιμητική τους στην αρχαία Ελλάδα. Τρωγόντουσαν ψημένα, με τη μορφή χυλού ή πουρέ που ονομαζόντουσαν έτνος (κυρίως τα φασόλια και ο αρακάς). Όμως αν ήταν φρέσκα και τρυφερά τα έτρωγαν και ωμά. Τα πιο διαδεδομένα όσπρια ήταν οι φακές. Οι φακές ήταν το φαγητό των φτωχών και δεν θα το έβλεπες σχεδόν ποτέ σε κάποιο πλούσιο σπίτι. Ιδανικό πιάτο παρόλα αυτά σύμφωνα με τους κυνικούς φιλόσοφους. Διαδεδομένα ήταν επίσης τα φασόλια, τα ρεβίθια, τα λούπινα, ο αρακάς (ζωμός από μπιζέλια ήταν το αγαπημένο φαγητό του Ηρακλή) και τα κουκιά (αν και ο Πυθαγόρας τα απεχθανόταν μετά μανίας).

Φρούτα
Μεγάλη αγάπη και για τα φρούτα είχαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Τα μήλα, τα κίτρα (Μήλα των Εσπερίδων), τα κυδώνια, τα κεράσια, τα κούμαρα, τα ρόδια, τα ροδάκινα, τα πεπόνια, τα δαμάσκηνα, τα σύκα και τα σταφύλια ήταν αγαπημένα τρόφιμα. Η μεγάλη αδυναμία όμως των αρχαίων Ελλήνων ήταν τα σύκα. Τα σύκα της Αττικής ήταν τα πιο φημισμένα και ίσως τα καλύτερα. Μάλιστα, η εξαγωγή τους δεν επιτρεπόταν. Η λέξη συκοφάντης λέγεται ότι χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει αυτούς που παράνομα έκαναν εξαγωγές σύκων. Τα σύκα τα έτρωγαν φρέσκα, ξερά ή ψημένα. Αναφέρονται πολύ συχνά στον Όμηρο και σε άλλους συγγραφείς που με διθυράμβους και επαίνους ανάγουν τα σύκα ως τα πιο πολύτιμα από τα φρούτα.

Μέλι & Νωγαλεύματα
Κύριο γλυκαντικό των αρχαίων Ελλήνων, αφού δεν υπήρχε ζάχαρη, ήταν το μέλι. Χρησιμοποιήθηκε τόσο στη μαγειρική όσο και στη ζαχαροπλαστική. Η κύρια τροφή των Πυθαγορείων ήταν ψωμί με μέλι. Πολλές φορές οι σπονδές στους θεούς περιλάμβαναν μέλι με κρασί και γάλα. Ένα από τα πιο εξαιρετικά μέλια ήταν το θυμαρίσιο μέλι Αττικής.

Τα νωγαλεύματα ήταν τα γλυκά φαγητά και οι λιχουδιές. Τα γλυκά στην αρχαία Ελλάδα είχαν ως βάση υλικά του ψωμιού και το μέλι. Το ίτριο ήταν γλύκισμα φτιαγμένο από σουσάμι και μέλι, δηλαδή όπως το σημερινό παστέλι. Επίσης, το μέλι με ξηρούς καρπούς ή γιαούρτι ήταν πολύ συνηθισμένο, όπως και σήμερα. Οι μελόπιτες, που τις έλεγαν μελιτούττα ήταν ένα επίσης συνηθισμένο γλύκισμα. Οι πλακούντες, οι πίτες με ζυμάρι, μέλι, σουσάμι και καρυκεύματα ήταν πολύ αγαπητοί. Είδος πλακούντα ήταν και κάτι σαν το σημερινό σκαλτσούνι με μέλι. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι επίσης έτρωγαν γαλατόπιτες, μελόπιτες, τηγανίτες, σουσαμόπιτες (Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών, Λένα Τερκεσίδου).

Από μέλι επίσης παρασκεύαζαν: Μηλόμελο: Μήλα διατηρημένα σε μέλι καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το μέλι αποκτούσε τη χαρακτηριστική οσμή των μήλων. Την ίδια συνταγή έκαναν και με άλλα φρούτα. Μελίκρατο: Μέλι με γάλα. Τροφή των παιδιών. Οξύμελο: Μέλι με ξύδι. Για τον πυρετό. Υδρόμελο: Ηδύποτο που προκύπτει από αλκοολική ζύμωση του μελιού. Παρασκευάζεται και σήμερα. Οινόμελο: Μέλι με κρασί. Αναφέρεται ότι ο Δημόκριτος έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα, γιατί κατανάλωνε οινόμελο με άρτο.
Δείτε ακόμη: Το μέλι στην Αρχαία Ελλάδα και οι άγνωστες ιδιότητές του!

Κρέας
Οι αρχαίοι Έλληνες, όπως οι περισσότεροι αρχαίοι λαοί, θυσίαζαν ζώα στους θεούς τους. Έσφαζαν και πρόσφεραν θυσία κριάρια, βόδια, γουρούνια, αγελάδες, πρόβατα, τράγους, κατσίκες κ.α. Αφού άφηναν να καεί ένα κομμάτι κρέας προς τιμήν του θεού, έκοβαν το υπόλοιπο και το μοίραζαν στους ιερείς και τους πιστούς.
Οι φτωχοί σπάνια έτρωγαν κρέας. Η συχνή κρεατοφαγία ήταν προνόμιο των πιο πλούσιων. Στην Αττική το κρέας ήταν ακριβό, γιατί δεν ήταν αναπτυγμένη η κτηνοτροφία. Το χοιρινό ήταν το πιο διαδεδομένο κρέας γιατί ήταν και φθηνό και νόστιμο. Τα αρνιά τρωγόντουσαν σπάνια (όπως και σήμερα) και σε εκλεκτές περιπτώσεις, κυρίως σε οικογενειακά δείπνα και θρησκευτικές τελετές. Η Λένα Τερκεσίδου στο «Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών» αναφέρει ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν μεγάλη αδυναμία στα άκρα των ζώων, αλλά και στα εντόσθιά τους. Τα κρέατα διατηρούνταν σε κρασί, ξίδι ή αλάτι.

Όπως μέχρι και σήμερα στην επαρχιακή Ελλάδα, οι αρχαίοι έτρεφαν στα σπίτια τους κοτόπουλα και σπανιότερα χήνες και πάπιες. Επίσης, έτρωγαν κοτσύφια, πέρδικες, περιστέρια, τρυγόνια, φασιανούς, ορτύκια. Εντύπωση μας προκαλεί σήμερα η κατανάλωση τζιτζικιών, τα οποία μάλιστα άνοιγαν την όρεξη. Οι εύποροι επιδίδονταν και στο κυνήγι. Κυνηγούσαν κυρίως αγριόχοιρους, λαγούς, ελάφια, πέρδικες, ορτύκια, κορυδαλλούς, τσίχλες κ.α. Τα πουλιά ήταν για τους αρχαίους ορεκτικό και τα κατανάλωναν με διάφορες σάλτσες και αρτύματα. Τέλος, έτρωγαν αυγά βραστά ή ψητά. Τα τηγανητά τα θεωρούσαν ανθυγιεινή τροφή, ενώ πολύ θρεπτικά ήταν γι’ αυτούς ήταν τα ρουφηχτά, ωμά αυγά.

Κρασί
Το κρασί και το αμπέλι είναι πολύ σημαντικά στη διατροφή και την κουλτούρα των αρχαίων Ελλήνων. Οι Έλληνες είχαν άλλωστε και θεό του κρασιού. Ο τρύγος ήταν ορόσημο του θρησκευτικού και αγροτικού ημερολογίου και το κρασί λατρεύτηκε εδώ όσο πουθενά. Με τη λέξη κράμα εννοούσαν τον οίνο.
Κράμα είναι το νερωμένο κρασί και σπάνια έπιναν ανέρωτο κρασί (άκρατος οίνος), καθώς το θεωρούσαν βάρβαρη συνήθεια. Θεωρούσαν ότι το κρασί μαλακώνει τους χαρακτήρες (όπως ο Διόνυσος) και ότι συμβάλλει στην επικοινωνία και τη συντροφικότητα. Δεν κατανάλωναν ζύθο, αλλά εκτός από το κρασί έπιναν και οινόμελο, δηλαδή κρασί με μέλι και ανθόνερο.

Η ημέρα ενός μέσου Αθηναίου ξεκινούσε συχνά με πρόγευμα που ήταν λίγο ψωμί βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί. Στα συμπόσια το κρασί έρεε άφθονο, αλλά η μέθη δεν ήταν αποδεκτή. Οι μεθυσμένοι ήταν κακά παραδείγματα, ακόμα κι αν τα πράγματα «ξέφευγαν» κάποιες φορές από συνηθισμένα όρια. Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού. Η μακρόχρονη αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων κρασιού αποτελούσε, ιδιαίτερα κατά τους ομηρικούς χρόνους, δείγμα πλούτου και δύναμης.



Μπαχαρικά, βότανα & αρτύματα
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ξίδι, πιπέρι και αλάτι. Τα πήγαιναν πολύ καλά και με τα καρυκεύματα, τα μπαχαρικά και τα μυρωδικά και φυσικά τα βότανα. Το αλάτι (άλας) ήταν το βασικό καρύκευμα στα φαγητά των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν δώρο του Ποσειδώνα. Σε αυτό συντηρούσαν και διάφορα τρόφιμα. Το ξίδι αποτελούσε βασικό και αναγκαίο άρτυμα των αρχαίων και το αποκαλούσαν «άριστο των ηδυσμάτων».
Το ονόμαζαν όξος και ήδος. Όπου δεν υπήρχαν αμπέλια, το ξίδι έπαιρναν από φρούτα (χουρμάδες, ροδάκινα, αχλάδια και κυρίως σύκα). Οι Έλληνες επίσης χρησιμοποιούσαν ρίγανη (ορίγανο), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, κάρδαμο, κουκουνάρια, κύμινο, σίλφιο (φυτό από τη Λιβύη), κρόκο (σαφράν), άνηθο, δυόσμο κ.α. στο φαγητό τους. Τα βότανα είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της αρχαίας ελληνικής διατροφής, αλλά και της ιατρικής, αφού είναι ουσιαστικά τα αρχαία φάρμακα.
Η σύγχρονη επιστήμη (και φυσικά η λεγόμενη εναλλακτική ιατρική) έχει ρίξει ξανά σήμερα το εξεταστικό της βλέμμα επάνω στα αρχαία αυτά φάρμακα, προσπαθώντας να εξερευνήσει το σωστό τρόπο χρήσης τους για κάθε πάθηση, ενόχληση του ανθρώπινου οργανισμού. Ο κόσμος των βοτάνων είναι ατελείωτος, όπως και ατελείωτα είναι τα μυστικά της θεραπείας που κρύβουν για τον ανθρώπινο οργανισμό.

Γαλακτοκομικά
Οι πρόγονοί μας είχαν μεγάλη αγάπη και για τα τυριά και τα γάλατα. Στο πρωινό τους πρόσθεταν κάποιες φορές και κατσικίσιο γάλα. Από το γάλα έφτιαχναν τις περίφημες γαλατόπιτές τους. Το τυρί δεν έλειπε από τα ελληνικά σπίτια, όπως και σήμερα. Το κατανάλωναν τόσο στα οικογενειακά γεύματα όσο και στα επίσημα δείπνα. Τα είδη τυριών ήταν πολλά και η κάθε περιοχή είχε τα δικά της. Την τέχνη της τυροκομίας σύμφωνα με το μύθο έμαθαν οι Έλληνες από τον Αρισταίο, από τον οποίο έμαθαν και τη μελισσοκομία, την καλλιέργεια του αμπελιού, της ελιάς κ.α.

Ψάρι
Μάλλον οι αρχαίοι μας πρόγονοι έτρωγαν πιο πολύ ψάρι παρά κρέας. Η λέξη όψον στην αρχή σήμαινε οτιδήποτε τρώγεται μαζί με το ψωμί.
Τελικά, κατέληξε να σημαίνει ψάρι, γιατί το ψωμί μαζί με το ψάρι ήταν η βασική τροφή του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού.
Ψάρευαν με αγκίστρι, δίχτυα, πετονιά, καμάκι και άλλους τρόπους που μοιάζουν με τους σημερινούς.
Ιδιαίτερη αδυναμία είχαν στα χέλια που θεωρούσαν εκλεκτό μεζέ, κάτι σαν γκουρμέ λιχουδιά, μεζέ που όμως δεν θα έβρισκες ποτέ στα τραπέζια των φτωχών.
 Έτρωγαν επίσης και θαλασσινά, όπως οστρακοειδή, αστακούς, γαρίδες, καβούρια, χταπόδια, σουπιές, καλαμάρια κ.α.
Οι τσιπούρες και τα μπαρμπούνια στόλιζαν συχνά τα τραπέζια των πλουσίων, ενώ οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το συνηθισμένο πιάτο των φτωχότερων των Αθηνών. Η τιμή της σαρδέλας, μάλιστα, λειτουργούσε ως βαρόμετρο για την αγορά τροφίμων της Αθήνας. Αν και οι αρχαίοι είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση στο ψάρι, δεν ισχύει το ίδιο και για τους ιχθυέμπορους, τους οποίους θεωρούσαν αυθάδεις και εκμεταλλευτές

.Η αρχαία ελληνική κουζίνα και γαστρονομία, που θεωρείται ο πρόδρομος και η βάση της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και σημείο αναφοράς για τον υγιεινό της χαρακτήρα, τον πλούτο της και τη συμμετοχή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, έναν πολιτισμό που θαύμασε όλη η ανθρωπότητα.
 Ίσως είναι αδύνατον να επιστρέψουμε εκεί, αλλά είναι σίγουρα δυνατόν να διδαχθούμε παίρνοντας μια «γεύση», σε μια εποχή που αναζητούμε τόσο τη χαμένη μας υγεία όσο και τη χαμένη μας έμπνευση και όχι άλλο ένα εφήμερο γαστρονομικό trend.

-της Ειρήνης Κάρου – bionews.gr

Πηγές: «Η χρυσή διατροφή των αρχαίων Ολυμπιονικών», Λένα Τερκεσίδου (εκδ. Καστανιώτη), «Σειρήνια δείπνα»,Andrew Dalby (Πανεπ. εκδόσεις Κρήτης), «Η διατροφική παράδοση στην Ελλάδα», Γ. Α. Ρηγάτος (εκδ. ΒήταMedical Arts), «Η Δίαιτα στον Ιπποκράτη», Δαμιανός Τσεκουράκης (εκδ. Παπαζήση)