Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

ЭЄ Ο ΘΕΟΣ ΠΑΝ


Ο Θεός Παν είναι «υιός» κατά μία αρκαδική εκδοχή (που διασώζουν οι Ηρόδοτος 2.145, Νόννος 14.67, καθώς και οι Ψευδο-Υγίνος και Σέρβιος) του επίσης «Νομίου» Θεού Ερμού και της «Δρυάδος» νύμφης Πηνελόπης, ή, σε παραλλαγή, του Ερμού και της συνοδού της Θεάς Αρτέμιδος νύμφης Καλλιστούς (σχολιαστής στον Θεόκριτο, 1.3), ή, σε άλλη παραλλαγή, του Ερμού και της νύμφης Θύμβριδος (κατά τον σχολιαστή στον Θεόκριτο), ή, σε άλλη παραλλαγή, του Ερμού και της θυγατέρας του Δρύοπος («Ομηρικός Ύμνος» στον Πάνα), ή, σε άλλη παραλλαγή, του Ερμού και της «Ορειάδος» νύμφης Σώσης (Νόννος 14. 67).

Στην παραλλαγή που διασώζει ο «Ομηρικός Ύμνος», αναφέρεται ότι η μητέρα απαρνήθηκε το νεογέννητο εξαιτίας της τερατομορφίας του και τότε ο πατέρας Ερμής το μετέφερε απελπισμένος στον Όλυμπο μέσα σε προβιά λαγού, όπου έγινε δεκτός με χαρά από όλους τους Θεούς και περισσότερο από τον Διόνυσο, και έλαβε το όνομά του («Παν») λόγω του ότι χαροποίησε τους πάντες: «ΠΑΝΑ ΔΕ ΜΙΝ ΚΑΛΕΕΣΚΟΝ ΟΤΙ ΦΡΕΝΑ ΠΑΣΙΝ ΕΤΕΡΨΕ» («Και κάθισε πλάι στον Δία και στους άλλους αθανάτους / κι έδειξε το παιδί κι όλοι τους τότε στην ψυχή τους καταχάρηκαν / οι αθάνατοι και προπαντός ο Βάκχειος Διόνυσος / και Πάνα τον ονόμασαν γιατί πάντων τις φρένες έτερψε.», στίχοι 44 - 47).

Κατά μία δεύτερη εκδοχή (που παρέδωσε ο Επιμενίδης) είναι «υιός» του Θεού Διός και της νύμφης Καλλιστούς ή της Οινηϊδος.
Σε άλλη παραλλαγή είναι «υιός» του Διός και της Ύβρεως (κατά τον Απολλόδωρο) ή της νύμφης Θύμβριδος (Ψευδο-Απολλόδωρος, 1.22), ενώ κατά μία τρίτη εκδοχή που διασώζει ο Πίνδαρος είναι «υιός» του Αιθέρος (δηλαδή του δημιουργικού αιτίου του «ζώντος» Παντός) και της «Λυκαιϊδος» νύμφης Οινόης.
Κατά μία τέταρτη εκδοχή είναι «υιός» του Κρόνου και της Γαίας («Κρόνιος» στον «Ρήσσο» του Ευριπίδου, 36, «ΑΛΛ' Η ΚΡΟΝΙΟΥ ΠΑΝΟΣ ΤΡΟΜΕΡΑι ΜΑΣΤΙΓΙ ΦΟΒΗι») και κατά μία πέμπτη εκδοχή του Ουρανού και της Γης (σχολιαστής στον Θεόκριτο, 1.123, σχολιαστής στον Λυκόφρωνα, 1c).

Οι δύο τελευταίες εκδοχές υποστηρίζονται έμμεσα και από τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο (276 – 194), ο οποίος στο έργο του «Καταστερισμοί ή Αστροθεσίαι» παρουσιάζει τον Θεό Πάνα να μοιράζεται με τον Θεό Δία τους μαστούς της αίγας Αμάλθειας.

Μία μυθολογική αφήγηση φέρνει τον Θεό Πάνα να έχει «ενωθεί» με την, θεωρούμενη «νόμιμη σύζυγό του», νύμφη Αίγα και δικός τους απόγονος (ή σε άλλη εκδοχή του Θεού Διός και της Αίγης) θεωρείται ο δευτερεύων Θεός Αιγίπαν (Αίγη και Παν).

Ο Αιγίπαν απεικονίζεται με κατσικίσιο πρόσωπο και ουρά ψαριού (ο Αιγόκερως του ζωδιακού) και, κατά την αφήγηση της σύγκρουσης του Διός με τον Τυφώνα ή Τυφωνέα, βοήθησε λάθρα τον ύπατο των Ολυμπίων Θεών. Έκτοτε, ως ανταμοιβή, ο Ζευς τον έθεσε στον έναστρο ουρανό, ως αστερισμό.

«Υιός» του Πανός, από την «Ναϊάδα» νύμφη Μελία παρουσιάζεται από κάποιους και ο Θεός της μέθης Σιληνός (ενώ άλλοι τον παρουσιάζουν ως «υιό» του Απόλλωνος), ενώ κατά τον Οβίδιο γέννησε επίσης ο Παν και τον ποτάμιο σικελικό Θεό Άκη με την «Νηρηϊδα» νύμφη Συμαιθίδα.

Κατά τον Υγίνο γέννησε επίσης και τον κυνηγό Κρότο (που μετά θάνατον απαθανατίστηκε από τον Δία ως αστερισμός του Τοξότη) με την «Ναϊάδα» νύμφη Ευφήμη του Ελικώνος, την περίφημη τροφό των Μουσών.

Ο Θεός Παν προσπάθησε επίσης, σύμφωνα με τον Οβίδιο, να «ενωθεί» ερωτικά με την «ναϊάδα» νύμφη Σύριγγα, θυγατέρα του ποταμού Λάδωνος, η οποία για να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε καλάμι.

Κρατώντας λυπημένος ο Θεός στο χέρι του το καλάμι άκουσε τον ήχο του αέρα που περνούσε μέσα από αυτό, θεώρησε ότι ακούει την αγαπημένη του και τότε, προκειμένου να την έχει πάντοτε μαζί του, έκοψε το καλάμι σε επτά άνισα κομμάτια, τα ένωσε μεταξύ τους με κερί και έφτιαξε το ομώνυμό της μουσικό όργανο το οποίο κάποιοι ονομάζουν «αυλό του Πανός».
Προσπάθησε επίσης ανεπιτυχώς να «ενωθεί» και με την νύμφη Ηχώ, η οποία παρά το ότι πρώτα τον σαγήνευσε με την μελωδική φωνή της, τελικά τον απέρριψε αρνούμενη να συνευρεθεί μαζί του, αν και σε άλλη εκδοχή απέκτησε μαζί της μια θυγατέρα, την φαρμακεύτρια Ίυγγα (ονοματική Ίυγξ) ή, σε άλλη εκδοχή, την Ιάμβη.

Ο τρίτος ανεπιτυχής έρωτάς του ήταν με την νύμφη Πίτυν (ονομαστική Πίτυς), την οποία όμως ο αντίζηλός του Βορέας κατακρήμνισε από έναν βράχο και η Γαία που την ευσπλαχνίσθηκε την μεταμόρφωσε σε πεύκο, που έκτοτε αποτελεί το ιερό δένδρο του Θεού. Τέλος ερωτοτρόπησε επί μακρόν με την Θεά Σελήνη, την οποία δελέαζε με διάφορα δώρα του, κατεβάζοντάς την από το ουράνιο στερέωμα.

Από το όνομά του προέρχεται και η λέξη «πανικός» («ΠΑΝΙΚΑΣ ΛΕΓΕΣΘΑΙ ΤΑΡΑΧΑΣ ΤΑΣ ΑΙΦΝΙΔΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΟΓΟΥΣ» σημειώνει ο Κορνούτος) και ο όρος «πανείον δείμα», για τον απροσδόκητο και ανεξήγητο έντονο φόβο.

Λέγεται (από τον Ερατοσθένη, «Καταστερισμοί» 37) ότι μαχόμενος με την πλευρά των Θεών κατά των Τιτάνων κατασκεύασε από κογχύλι μία ισχυρή σάλπιγγα, ο τερατώδης ήχος της οποίας έτρεψε τους Τιτάνες σε άτακτη φυγή. Σε άλλη εκδοχή, έτρεψε σε φυγή τους εχθρούς του εκστρατεύσαντος στις Ινδίες Θεού Διονύσου, εκπέμποντας μία μεγάλη κραυγή.

Ομοίως λέγεται ότι έσπειρε τον πανικό στις γραμμές των Περσών στην μάχη του Μαραθώνα και στην ναυμαχία της Σαλαμίνος και τιμήθηκε γι’ αυτό στην πρώτη περίπτωση με ένα άγαλμα που του αφιέρωσε ο Μιλτιάδης (με την επιγραφή «ΤΟΝ ΤΡΑΓΟΠΟΥΝ ΕΜΕ ΠΑΝΑ, ΤΟΝ ΑΡΚΑΔΑ, ΤΟΝ ΚΑΤΑ ΜΗΔΩΝ, ΤΟΝ ΜΕΤ’ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΣΤΗΣΑΤΟ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ») και στην δεύτερη με ξύλινα ξόανα που στήθηκαν προς τιμήν του στην νήσο Ψυτάλλεια.

Λέγεται επίσης ότι πανικό έσπειρε και αργότερα (το έτος 279 π.α.χ.χ.), στις τάξεις των υπό τον Βρέννο εισβολέων Γαλατών, με επιφάνειά του στην είσοδο του Δελφικού Ιερού, που τους έκανε να παραφρονήσουν και να σκοτώνονται μεταξύ τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου