Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Χαμένη Ατλαντίδα: Τα ευρήματα που ξεκλειδώνουν το μυστήριο της μυθικής πόλης του Πλάτωνα.


Όταν το 1870 οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν στη βορειοδυτική Τουρκία έφερναν στο φως την Ομηρική Τροία, πολλοί ήταν εκείνοι που ένιωσαν να… δαγκώνουν τη γλώσσα τους.

Ο κορυφαίος Γερμανός αρχαιολόγος είχε λοιδορηθεί και χλευαστεί ακόμα και από μέλη της επιστημονικής κοινότητας για την επιμονή του να ανακαλύψει κάτι που «λέγεται ότι υπήρξε». Η αναζήτηση της Τροίας διήρκεσε αιώνες και λόγω έλλειψης στοιχείων από κάποιο σημείο της ιστορίας κι έπειτα έλαβε διαστάσεις μύθου.

Η απόδειξη ότι ο αρχαίος πολιτισμός που πολέμησαν οι Έλληνες τον 13ο ή 12ο αιώνα π.Χ. (ή και τους δύο) δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας του Ομήρου, αποτελεί το βασικό επιχείρημα εκείνων των «ρομαντικών» που εξακολουθούν να αναζητούν τα ίχνη της χαμένης Ατλαντίδας.
Και δεν είναι καθόλου λίγοι ώστε να χαρακτηριστούν αναφανδόν «γραφικοί». Πέντε διαφορετικές επανδρωμένες αποστολές αναζητούν παράλληλα τον περιλάλητο θαμμένο υποθαλάσσια πολιτισμό σε πέντε διαφορετικές περιοχές της Γης.

Μία από αυτές είναι και η ομάδα του δημιουργού του Τιτανικού και του Άβαταρ, Τζέιμς Κάμερον. «Η ανακάλυψη της ιστορικής και αρχαιολογικής αλήθειας πίσω από το μύθο της Ατλαντίδας ήταν κάτι που πάντα με γοήτευε», δήλωνε ο διάσημος σκηνοθέτης, κατά τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Search for Atlantis», για λογαριασμό του «National Geographic Channel».




Επικεφαλής της αποστολής ήταν ο αρχαιολόγος Ρίτσαρντ Φρόιντ από το Πανεπιστήμιο του Χάρτφορντ. Την ομάδα πλαισίωναν και άλλοι επιστήμονες, καθώς και ο βραβευμένος με Emmy σκηνοθέτης Σίμτσα Τζεϊκομποβίτσι.
Το ντοκιμαντέρ ξεκινούσε από την Ελλάδα με κατεύθυνση τον Ατλαντικό Ωκεανό. Μεταξύ άλλων η ομάδα ταξίδεψε σε Σαντορίνη, Μάλτα, Σαρδηνία και Αζόρες, αναλύοντας για κάθε μια εξ’ αυτών των περιοχών τα σχετικά ευρήματα και τα δεδομένα της «υποψηφιότητας» τους ως έδρα της χαμένης Ατλαντίδος.

«Πρόκειται για την πιο εξελιγμένη, εκτεταμένη και καινοτόμο έρευνα που έχει γίνει ποτέ για το σκοπό αυτό», υποστήριζε ο Φρόιντ και πράγματι τα ευρήματα ήταν εντυπωσιακά.

Χρησιμοποιώντας προηγμένα τεχνολογικά μέσα, όπως δορυφορικές εικόνες, πολλαπλές φασματικές απεικονίσεις, αλλά και τα ειδικά ραντάρ που «βλέπουν» καθαρά σε μεγάλα βάθη κάτω από το έδαφος, οι ερευνητές έφτασαν σε μια απροσδόκητη ανακάλυψη. Και μάλιστα, όχι στις προαναφερόμενες τοποθεσίες, αλλά δυτικά των στενών του Γιβραλτάρ, περιοχή που βάσει των αναφορών του Πλάτωνα μοιάζει η επικρατέστερη για να κρύβει στο βυθό της τη μυθική Ατλαντίδα.



Οι περιοχές των πέντε διαφορετικών αποστολών για την ανακάλυψη της Χαμένης Ατλαντίδος



Αυτό που εντοπίστηκε στα έγκατα του Ατλαντικού Ωκεανού ήταν έξι μεγάλες πέτρινες άγκυρες, από την εποχή του Χαλκού. Ποτέ ξανά δεν έχουν βρεθεί τόσες πολλές συγκεντρωμένες σε ένα σημείο άγκυρες στον Ατλαντικό Ωκεανό. Εκτιμάται ότι είναι περίπου 4.000 ετών και υποδηλώνουν ένα αγκυροβόλιο ή λιμάνι σε ένα σημείο του Ωκεανού, όπου κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα τις έβρισκε.
Μαζί, ήρθαν στην επιφάνεια και άλλα ευρήματα που οδήγησαν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι εκεί βρισκόταν κάποιο μεγάλο λιμάνι, από το οποίο απέπλεαν οι τολμηροί θαλασσοπόροι της εποχής για να βγουν στον ανοικτό ωκεανό.

«Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι υπάρχουν τεράστιες περιοχές που κάποτε κατοικούσαν άνθρωποι και τώρα βρίσκονται εκατοντάδες πόδια κάτω από το νερό», δήλωσε ο ωκεανολόγος Μπιλ Λέιντζ, που πήρε μέρος στην αποστολή.

«Είναι πιο εύκολο να βρει κάποιος ψύλλο στα άχυρα, παρά άγκυρες της εποχής του Χαλκού στον Ατλαντικό», είπε χαρακτηριστικά ο Τζεϊκομποβίτσι και πρόσθεσε: «Πρόκειται για άγκυρες ηλικίας 3.000 ή 4.000 ετών, οι οποίες λόγω του μεγέθους τους υποδηλώνουν ένα πολύ μεγάλο σκάφος. Αυτό μας δείχνει ότι αρχαία μεγάλα καράβια έπλεαν σε αυτή την περιοχή πριν από τόσα χρόνια. Αν σε μερικές καταδύσεις βρίσκουμε έξι τέτοιες, πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες εκεί έξω, επιβεβαιώνοντας τις γραφές του Πλάτωνα για ένα μεγάλο λιμάνι λίγο πιο πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες».



Ο Κάμερον και ο Τζεϊκομποβίτσι στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού

Ο μύθος της χαμένης Ατλαντίδος, της ηπείρου που χάθηκε στα βάθη της θάλασσας, εξάπτει εδώ και αιώνες τη φαντασία του κόσμου, παραμένοντας ένα διαχρονικό άλυτο μυστήριο. Ένα μυστήριο που «κληροδότησε» αποκλειστικά ο Πλάτωνας στους ανθρώπους, αναφέροντας την Ατλαντίδα στα δύο κοσμολογικά έργα του, τον «Τιμαίο» και τον «Κριτία», που γράφτηκαν την περίοδο 360-347 π.Χ.
Από τότε πάνω από 7.000 συγγραφείς από την αρχαιότητα έως σήμερα έχουν κάνει αναφορές στο χαμένο νησί. Οι σχετικές εργασίες περιγράφουν τους κατοίκους της ως πολύ πνευματικούς, με εξαιρετικά προηγμένη τεχνολογία και τεράστια επιρροή στον τότε κόσμο, την εποχή ακμής του πολιτισμού.

Ο Πλάτωνας αναφέρεται δύο φορές συγκεκριμένα στην Ατλαντίδα στους φιλοσοφικούς διαλόγους του, σε αυτά τα δύο έργα. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι ο μεγάλος φιλόσοφος έκανε μια απλή αλληγορία για την υπεροχή της έννοιας της Πολιτείας. Ο ερευνητής Τσαρλς Όσερ, καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, υιοθετεί μια άλλη, επικρατούσα, θεωρία.

Στην εξιστόρηση του Πλάτωνα η Ατλαντίδα χάνεται σε ένα «μερόνυκτο» από μια τεράστια καταστροφή. Πολλοί ταυτίζουν αυτή την εξαφάνιση με την τιμωρία των θεών. Σύμφωνα με τον Όρσερ ο μύθος της Ατλαντίδας είναι μια ιστορία για την ηθική και πνευματική πτώση των ανθρώπων, που ζούσαν παλιά σε έναν ιδιαίτερα προηγμένο, ουτοπικό πολιτισμό. Έγιναν όμως άπληστοι, μικροπρεπείς και χάνοντας το δρόμο τους, στράφηκαν προς ανήθικες επιδιώξεις. Αποτέλεσμα αυτής της «ηθικής πτώχευσης» ήταν να προκαλέσουν την οργή των θεών.

Όπως γράφει ο Πλάτωνας, την ιστορία της χαμένης ηπείρου ανέφερε στο Σόλωνα ένας ηλικιωμένος Αιγύπτιος ιερέας όταν ο Αθηναίος νομοθέτης είχε επισκεφτεί την Αίγυπτο.
Του περιέγραψε ένα πολύ μεγάλο νησί στον Ατλαντικό Ωκεανό, κοντά στην περιοχή που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ηράκλειες Στήλες (το σημερινό στενό του Γιβραλτάρ), ανταγωνιστικό της Αθήνας σε ναυτική δύναμη.



Σε ελεύθερη μετάφραση η αναφορά έχει ως εξής: «Το νησί βρισκόταν πέρα από τα στενά που ονομάζεται Ηράκλειες Στήλες και ήταν μεγαλύτερο από τη Λιβύη και τη Μικρά Ασία μαζί. Σε αυτό λοιπόν το νησί, την Ατλαντίδα, υπήρχε ένα βασίλειο με τεράστια δύναμη, που εξουσίασε όλη εκείνη την περιοχή, πολλά άλλα νησιά και τμήματα της ηπείρου. Ακόμα, οι βασιλιάδες του εξουσίαζαν αρκετές χώρες από τα στενά στη Βόρεια Αφρική ως την Αίγυπτο και στην Ευρώπη μέχρι την Τυρρηνία (Ιταλία).

Η μεγάλη αυτή δύναμη επιχείρησε να υποτάξει και τη δική μου χώρα (Αίγυπτος) και τη δική σου (Ελλάδα) και ολόκληρη την περιοχή μέσα από τα στενά. Τότε, Σόλωνα, η χώρα σου (Αθήνα) νίκησε τους εισβολείς και μας έσωσε από τη σκλαβιά. Έπειτα όμως έγιναν μεγάλοι σεισμοί και πλημμύρες και, μέσα σ’ ένα φοβερό μερόνυχτο, το νησί της Ατλαντίδας το κατάπιε η θάλασσα κι εξαφανίστηκε».

Αυτό, είπε ο ιερέας στο Σόλωνα, έγινε 9.000 χρόνια πριν από την εποχή τους.
Στον «Κριτία», ο Πλάτωνας περιγράφει αναλυτικά την Ατλαντίδα, την ιστορία, τη γεωγραφία και τους κατοίκους της. Αναφέρει ότι έχτισαν επιβλητικά παλάτια, ναούς και λιμάνια, καθώς και έναν ναό το κέντρο του βασιλικού παλατιού, αφιερωμένο στον Ποσειδώνα.

Οι μελετητές χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Αυτούς που θεωρούν καθαρά μια μυθολογική Πλατωνική επινόηση την Ατλαντίδα και εκείνους που πιστεύουν ότι πρόκειται για μια αφήγηση με ιστορικό υπόβαθρο.

Για όλους αυτούς αιτία της εξαφάνισής της στάθηκε ένα εφιαλτικό τσουνάμι, που την έθαψε κάτω από τόνους λάσπης.
Μεταξύ αυτών και ο εξερευνητής Ρόμπερντ Μπάλαρντ, που το 1985 ανακάλυψε το ναύαγιο του Τιτανικού. «Ο μύθος της Ατλαντίδας φαίνεται αληθινός γιατί μιλάει για κατακλυσμιαίες πλημμύρες και ηφαιστειακές εκρήξεις, που έχουν συμβεί σε όλη τη διάρκεια της γήινης ιστορίας. Υπάρχει άλλωστε ένα παράδειγμα που έχει αρκετές ομοιότητες με την ιστορία της καταστροφής της Ατλαντίδας. Είναι η τεράστια ηφαιστειακή έκρηξη που κατέστρεψε το νησί της Σαντορίνης, περίπου 3.600 χρόνια πριν. Την ίδια περίπου εποχή φαίνεται να εξαφανίζεται ξαφνικά ο προηγμένος Μινωϊκός πολιτισμός της Κρήτης».




Το μόνο στοιχείο των ευρημάτων που δεν ταιριάζει με την περιγραφή της μυθικης Ατλαντίδος είναι η διάρκεια «ζωής» τους, καθώς ο Πλάτωνας τοποθετεί χρονικά περί το 9.000 π.Χ. την καταστροφή της.

Αν όμως ταίριαζε κι αυτό, η ιστορία θα είχε επαναληφθεί περίπου ως… φάρσα. Και πολλοί θα είχαν ήδη… δαγκώσει τη γλώσσα τους.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Η σύμπραξη των αλβανών στην Ιταλική επίθεση προς την Ελλάδα (1940-41).


Ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας,που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940,επεκτάθηκε αυτόματα και μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.Η Αλβανία,συνδεδεμένη την ε-ποχή εκείνη με καθεστώς “προσωπικής ένωσης” με την Ιταλία,είχε δεχθεί με νόμο του Κοινοβουλίου της (Αλ-βανικός Νόμος, 10 Ιουνίου 1940) ότι:

 «Το Βασίλειο της Αλβανίας αναγνωρίζει ότι θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τα κράτη τα οποία θα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Βασίλειο της Ιταλίας».

Συνεπώς,με την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία εναντίον της Ελλάδας βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση με την πατρίδα μας.Γι’ αυτό η Ελλάδα με το Βασιλικό Διάταγμα (ΒΔ) της 10ης Νοεμβρίου 1940,το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή του ΑΝ (Ανα-γκαστικού Νόμου) 2636/1940 «Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών»,όρισε ως εχθρικά κράτη «την Ιταλία μαζί με τις κτήσεις,τα αυτοκρατορικά της εδάφη και τις αποικίες,καθώς και την Αλβανία».
Ο Ιταλός στρατηγός Βισκόντι Πράσκα σε διαταγή του της 21ης Οκτωβρίου 1940 αποκαλύπτει ότι είχε αναθέσει σε ειδικούς αξιωματικούς,συνοδευόμενους από Αλβανούς οδηγούς,να εκτελούν α-ναγνωρίσεις στην άμεση περιοχή των συνόρων.

Περαιτέρω η διαταγή καθόριζε ότι έπρεπε να οργανωθούν ειδικά τμήματα αποτελούμενα ως επί το πλείστον από Αλβανούς,πλαισιούμενους μόνο από Ιταλούς,και επιφορτισμένα με την εξουδετέρωση των μεμονωμένων Ελλήνων σκοπών και με την αποκοπή των τηλεφωνικών γραμμών.
Η προκήρυξη που διάβασε ο πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου Βερλάτσι,στις 28 Οκτωβρίου 1940,αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: «…Οι στρατιώτες του ένδοξου Ιταλικού Στρα-τού,στις τάξεις του οποίου περιλαμβάνονται πολλές μονάδες Αλβανών στρατιωτών…».

Ο Ιταλός ιστορικός Μάριο Τσέρβι γράφει: «Στις ιταλικές μεραρχίες περιλαμβάνονταν επίσης αλβανικά τμήματα (…).Εκπαιδεύτηκαν ακόμα και Αλβανοί,που θα ήθελαν να συμμε-τάσχουν στις επιχειρήσεις».

Ο Γερμανός καθηγητής Χ. Ρίχτερ σημειώνει: «…Η συνολική δύναμη του Ιταλικού Στρατού στην Αλβανία δύο ημέρες πριν από την επίθεση ανερχόταν σε 140.000 άνδρες,συ-μπεριλαμβανομένων (…) και των Αλβανών εθελοντών».

Ο Αμερικανός καθηγητής του πανεπιστημίου Χάρτφοντ,Μπ. Φίσερ,στην ανακοίνωση του κατά το Συνέδριο του ΙΜΧΑ (Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου),τον Οκτώβριο του 1990,ανέφερε σχετικά τα εξής: «Ο Μουσολίνι είχε δώσει διαταγές να υπάρχουν δύο αλβανικά τάγματα σε κάθε ιταλική μεραρχία,που χρησιμοποιήθηκαν για την εισβολή στην Ελλάδα,και επί πλέον είχαν σχηματιστεί τρία τάγματα Αλβανών μελανοχιτώνων,που είχαν το σύνθημα Πεθαίνουμε όλοι για τον Ντούτσε».

Διάφορες μυστικές διαταγές επιχειρήσεων του διοικητή της Μεραρχίας “Τζούλια”,στρατηγού Μάριο Τζιρότι,χρονολογούμενες από τις 21 Οκτωβρίου 1940 και μετά,οι οποίες έπεσαν αργότερα στα χέρια του Ελληνικού Στρατού,αποκαλύπτουν ότι είχε αναθέσει εργασίες σε ειδικούς αξιωματικούς,συ-νοδευόμενους από ντόπιους Αλβανούς,φέροντες ενδυμασίες χωρικών…

Κατά την αρχική προέλαση της Μεραρχίας “Τζούλια” στον τομέα της Πίνδου οι επιτιθέμενοι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν Αλβανούς,οι οποίοι γνώριζαν ελληνικά και φώναζαν στους Έλληνες στρατιώτες να παραδοθούν,λέγοντας ότι ο αγώνας τους ήταν πλέον μάταιος,εφόσον στην Αθήνα είχε γίνει επανάσταση,η κυβέρνηση Μεταξά είχε πέσει,η νέα κυβέρνηση είχε συμμαχήσει με τον Άξονα κ.ά.
Στις 2 Νοεμβρίου 1940 τάγμα Αλβανών επιτέθηκε στο Καλπάκι απεγνωσμένα,χωρίς επιτυχία.Αλ-βανοί αυτόμολοι παρείχαν πληροφορίες στον Ελληνικό Στρατό.

Ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος,διοικητής της VIII Μεραρχίας,η οποία αντιμετώπισε την κύρια προσπάθεια της ιταλικής επίθεσης,γράφει για τη συμμετοχή αλβανικών δυνάμεων στον τομέα της Μεραρχίας: «Συμμετείχαν τρία τάγματα μελανοχιτώνων (Ι, II, III), δύο αλβανικά τάγματα πεζικού (“Γκράμος” και “Ντρίνος”),αλβανική ορειβατική πυροβολαρχία (“Νταϊτι”),τάγμα Αλβανών εθελοντών και σώματα άτακτων Αλβανών».

Όπως καταγγέλλει ο υποστράτηγος,κατά τον Οκτώβριο του 1940 ο Αλβανός υπουργός Δικαιοσύνης συγκροτούσε συμμορίες με σκοπό να δράσουν στο ελληνικό έδαφος.
Ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος,αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο 1940-41,σημειώνει: «Όλες οι ιταλικές μεραρχίες πεζικού ήταν ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών…».

Ο Β. Πράσκα στο τμήμα του βιβλίου του “Εξέλιξη των επιχειρήσεων από 28 έως 31 Οκτωβρίου 1940“,ανακεφαλαιώνοντας γράφει για τη συμμετοχή των αλβανικών μονάδων τα εξής: «…Φά-λαγγα “Σολίνας” II Τάγμα της 1ης Λεγεώνας Αλβανών εθελοντών. (…) Κεντρική Φάλαγγα και Διοίκηση Μεραρχίας “Φερράρα” Ι Τάγμα Αλβανών Εθελοντών. (…) Παραλιακό Συγκρότημα… Τα τμήματα διαπεραιώθηκαν με την κάτωθι σειρά… 6) Τα τάγματα Αλβανών εθελοντών “Πεσκο-σόλιντο” και “Κιαραβάλλε”. (…) “Τα αλβανικά τάγματα εθελοντών,προπορευόμενα του 3ου Συ-ντάγματος Γρεναδιέρων και κινούμενα…”…”Τα τάγματα Αλβανών εθελοντών,επίσης,ήλεγχαν πλήρως την αμαξιτή οδό (Ηγουμενίτσας-Βάρφανης).


Ιταλικά στρατεύματα  παρελαύνουν στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.



Στην επίθεση εναντίον του υψώματος 1289 του Λαπι-στέτ,στις 09.30 της 4ης Νοεμβρίου 1940,έλαβε μέρος ένα από τα πιο επίλεκτα τμήματα των Αλβανών,το τάγμα “Τιμόρ”,το οποίο και κατόρθωσε να το καταλάβει.Με άμεση αντεπίθεση των Ελλήνων το τάγμα “Τιμόρ” α-ναδιπλώθηκε και διασκορπίστηκε στην κοιλάδα με ά-τακτη φυγή.Υποχρεώθηκαν να επέμβουν οι βερσαλιέροι για να σταματήσουν τους Αλβανούς.

Στην αναφορά που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι από τη δύναμη των 1.200 ανδρών του τάγματος είχαν α-πομείνει μόνο μερικές εκατοντάδες.Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο απαρηγόρητος,όπως γράφει ο Μ. Τσέρβι, διοικητής του Τάγματος.

Αλβανικό τάγμα στις 25 Νοεμβρίου 1940 συμμετείχε με τα ιταλικά στρατεύματα στην επίθεση για την κατάληψη του σταυροδρομιού παρά το Δελβινάκι.
Οι Αλβανοί αρχικά κατέλαβαν το χωριό,αλλά την επόμενη με αντεπίθεση των Ελλήνων αυτό ανακαταλήφθηκε.Το αλβανικό τάγμα είχε απώλειες και αρκετοί άνδρες του συνελήφθησαν αιχ-μάλωτοι.

Στις 12 Νοεμβρίου αυτομόλησε στις ελληνικές γραμμές λόχος Αλβανών στρατιωτών με τους α-ξιωματικούς του.

Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου,οπότε οι Ιταλοί είχαν εισχωρήσει στο ελληνικό έδαφος σε με-ρικούς τομείς,Αλβανοί με μια σημαία τους εισήλθαν στην Κόνιτσα μαζί με τους Ιταλούς,τον Διαμαντή και τον εξωμότη Ματούση.Ο Διαμαντής μάλιστα εκφώνησε λόγο λέγοντας ότι θα α-πελευθερώσει την Κόνιτσα και θα σχηματίσει την Ομοσπονδία της Πίνδου.
Η απάντηση του Μουσολίνι (22/11) σε επιστολή του Χίτλερ (20/11) αναφέρει μεταξύ των άλλων: «Η αποτυχία των Ιταλών οφείλεται και στη λιποταξία των αλβανικών δυνάμεων,οι οποίες στασίασαν εναντίον των Ιταλών…».

Αποκαλυπτικά είναι τα όσα γράφει στο ημερολόγιο του ο Φερνάντε Κομπιόνε,έφεδρος υπο-λοχαγός πεζικού της 51ης Ορεινής Μεραρχίας “Σιέννα”: «…Κατά το χρονικό διάστημα από 28 Οκτωβρίου ως 14 Νοεμβρίου 1940,οπότε ιταλικά τμήματα είχαν εισχωρήσει σε περι-οχές της Ελλάδας,οι Τσάμηδες υποδέχονταν σε όλα τα χωριά τους Ιταλούς ως ελευ-θερωτές,με ζητωκραυγές και ενθουσιασμό…».
Ο Ιταλός ιστορικός Μ. Τσέρβι γράφει: “Όπως αναφέρει ο στρατηγός Β. Πράσκα σε συζήτηση του με τον Πρίκολο (σ.σ. Αρχηγός του Επιτελείου της Αεροπορίας),ένας εθελοντής,πληγωμένος βαριά,πριν ξεψυχήσει αναφώνησε «Είμαι ευχαριστημένος που πεθαίνω για να μπορέσει ο Πρίκολο να περάσει».

Κατά τη διάρκεια της ιταλικής εαρινής επίθεσης (Μάρτιος 1941) ο Μουσολίνι επισκεπτόταν διά-φορες μονάδες για να τονώσει το ηθικό των ανδρών,στη ζώνη του Δέβολη και στην περιοχή του Βερατίου.Μεταξύ άλλων επισκέφθηκε ομάδες ταγμάτων και εθελοντών Αλβανών,των ιδίων για τους οποίους αρχικά εκείνος και ο Τσιάνο πίστευαν ότι είχαν προκαλέσει τις πρώτες ιταλικές ήτ-τες.Κατά τις συνομιλίες που είχε μαζί τους έμεινε ενθουσιασμένος από το παράστημα και το πο-λεμικό τους μένος.

Ο Γερμανός συγγραφέας Βίλιμπαλντ Κόλεγκερ,σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1942,για τη στάση των Αλβανών κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 γράφει τα εξής: «…Οι Έλληνες αναγκάζονταν να πολεμούν εναντίον Αλβανών συμμοριτών,κατά τη στιγμή που Αλβανοί εθελοντές προσέρχονταν αθρόα στις ιταλικές φάλαγγες.Δεν αγνοούσαν οι απόγονοι του Σκεντέρμπεη ποιοι ήταν οι πραγματικοί φίλοι τους. (…) Αγωνίσθηκαν με επιμονή και γενναιότητα,όπου και αν τοποθετήθηκαν. (…) Απειράριθμες υπήρξαν οι περιπτώσεις απονομής τιμητικών διακρίσεων σε Αλβανούς…».

Ο Μ. Τσέρβι γράφει ότι ο τοποτηρητής Τζακομόνι πληροφορούσε τον βασιλιά της Ιταλίας: «…Εδώ και έναν μήνα οι Αλβανοί είναι εξαιρετικά έμπιστοι και άριστα προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον,το φρόνημα τους στέκεται ψηλά,η δε εργατικότητα και η αποδοτικότητα των υπαλλήλων κρίνεται εξαιρετική…».

Ο Τζακομόνι είχε οργανώσει,όπως γράφει ο Μ. Τσέρβι, «ομάδες Αλβανών για τη διενέργεια δολιοφθορών,που ο ρόλος τους ήταν να εισχωρούν στο ελληνικό έδαφος και να προβαίνουν σε καταστροφή του τηλεφωνικού δικτύου,να καταστρέφουν φυλάκια,να αφοπλίζουν φρουρούς,να προκαλούν ταραχές στα μετόπισθεν,να διενεργούν δολο-φονικές απόπειρες εναντίον στρατηγών του εχθρικού στρατοπέδου και να προπα-ρασκευάζουν και να υποκινούν κινήματα ανάμεσα στη λαϊκή μάζα».Ο Ιταλικός Στρατός δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να επωφεληθεί από τη δραστηριότητα τους.

Ο στρατηγός Μπαντόλιο στα απομνημονεύματα του αναφέρει: “Οι Έλληνες δεν έδειξαν καμμία διάθεση συνεργασίας.Αντίθετα οι Αλβανοί στρατιώτες,που υπό μορφή ταγμάτων συμμε-τείχαν στις δικές μας μεραρχίες,αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι,καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας, ή πέρασαν στις τάξεις των Ελλήνων…».

Ο στρατηγός Αλ. Εδιπίδης γράφει ότι «Τμήματα αλβανικά,άρτια συγκροτημένα και με ο-μοιογενή στελέχη (αξιωματικοί και στρατιώτες Αλβανοί) πολέμησαν στις 27 Νοεμβρίου στο Φράσερι προς την Κλεισούρα».
Ο πρεσβευτής Άδωνις Κύρου σημειώνει: «…Όταν,τέλος,εξερράγη ο Ελληνο-Ιταλικός πόλε-μος,συμμετέσχον εις αυτόν παρά το πλευρόν των Ιταλών με ενθουσιασμόν και αν-θελληνικήν λύσσαν άπειροι Αλβανοί – ενώ ουδείς εξ αυτών εσκέφθη να προσδράμη εις βοήθειαν του νικηφόρου Ελληνικού Στρατού,καίτοι ούτος,συμφώνως προς την ραδιο-φωνικήν διακήρυξιν του Ιωάννου Μεταξά,ήρχετο προς αποκατάστασιν της αλβανικής ελευθερίας,ανεξαρτησίας και ακεραιότητας…».





Όταν ο Ελληνικός Στρατός προήλαυνε εντός του αλβανικού εδάφους,τα περισσότερα σώματα στρατού των Αλβανών είχαν διαλυθεί,ενώ στα πρόσωπα των λιγοστών Αλβανών που εκινούντο στους δρόμους,α-νάμεσα στους Ιταλούς,ζωγραφιζόταν άγριος θυμός εναντίον ενός στρα-τεύματος που το νόμιζαν παντοδύναμο και το έβλεπαν να οπισθοχωρεί μπροστά στις ελληνικές δυνάμεις.
Η Αγγλίδα ιστορικός Μ. Βίκερς τοποθετείται διαφορετικά: «…Η αλβα-νική κοινή γνώμη αρχικά πανηγύρισε για τον ελληνικό θρί-αμβο,η στάση της όμως άλλαξε όταν η Αθήνα άρχισε να φα-νερώνει τις προθέσεις της να προσαρτήσει τη νότια Αλβα-νία…» (!!!).

Ενώ υπάρχουν όλα τα παραπάνω περί συμμετοχής των Αλβανών στον πόλεμο,οι Αλβανοί ιστορικοί,διαστρεβλώνοντας την πραγματικότη-τα,προσπάθησαν μεταπολεμικά να μας πείσουν ότι δεν συμμετείχαν με το μέρος των Ιταλών ή ότι συμμετείχαν λίγα τμήματα δια της βίας.

Συγκεκριμένα οι Αλβανοί ιστορικοί Σ. Πόλο και Α. Πούτο γράφουν σχετικά τα εξής: «Τα δύο αλβανικά τάγματα που στάλθηκαν με τη βία στον πόλεμο του 1940 αρνήθηκαν να πολεμήσουν.Οι Ιταλοί τους έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην κεντρική Αλβανία. (….) Στην ελληνική κυβέρνηση η πορεία των γεγονότων φαινόταν πως έδινε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει τα πα-λαιά προσαρτιστικά σχέδια τους για τις περιοχές της Κόρτσας (σ.σ. Κορυτσάς) και του Γκιροκάστρ (σ.σ. Αργυρόκαστρου)».

Σε άλλο σημείο συνεχίζουν: «Το 1940 ήταν μοναδική ευκαιρία να ενωθεί με τον Ελληνικό Στρατό ο Αλβανικός».

Έτσι εξηγείται η κατηγορηματική άρνηση του Ελληνικού Στρατηγείου στην πρόταση των Αλβανών αντιφασιστών πατριωτών να σχηματίσουν δύο τάγματα και να πολεμήσουν με την εθνική τους σημαία στο πλευρό των ελληνικών δυνάμεων εναντίον των Ιταλών εισβολέων !

Στην πραγματικότητα οι Αλβανοί έδειξαν πλήρη δυσπιστία και απροθυμία να συνεργαστούν με τον Ελληνικό Στρατό.Αντιθέτως συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς.Ο Ιταλός παρατηρητής Τζακομόνι βε-βαίωσε κατηγορηματικά και με συγκεκριμένα στοιχεία,ενώπιον του Ανώτατου Ιταλικού Δικαστη-ρίου,τα εξής: «Και οι Αλβανοί βοήθησαν παντού και πάντα τον Ιταλικό Στρατό,χωρίς να σημειωθεί πουθενά οποιοδήποτε επεισόδιο.»

1941 – ΛΗΞΗ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (Απρίλιος 1941) και την υπογραφή της συνθηκολόγησης με τη Γερμανία ο Ελληνικός Στρατός αποχώρησε από τη Βόρεια Ήπειρο χωρίς παρενόχληση των Ιταλών.Μετά την είσοδο των γερμανικών και των ιταλικών στρατευμάτων στη χώρα μας ιταλικές δυνάμεις παρέμειναν στην Αλβανία ως στρατός κατοχής.

Στις 3 Μαΐου 1941,λίγο μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα,όπως γράφει ο ιστορικός Δημ. Μιχαλόπουλος,“ειδική επιτροπή”,που είχε συγκροτηθεί με εντολή της αλβανικής κυβέρνησης,υπέβαλε στο Βασιλικό Υπουργείο Εξωτερικών στη Ρώμη υπόμνημα στο οποίο περιέ-χονταν οι διεκδικήσεις της Αλβανίας σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας.

Όσον αφορά την Ελλάδα,στις διεκδικήσεις περιλαμβάνονταν,εκτός από την Τσαμουριά,τα Ιωάννινα και η Πρέβεζα «μαζί με τις περιφέρειες τους»,δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου.Τα Τίρανα ζητούσαν τότε την “ένωση” των εδαφών αυτών,όπως και ορισμένων άλλων ελληνικών πε-ριοχών (στη Δυτική Μακεδονία κυρίως),με το αλβανικό κράτος.Η κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα δεν επέφερε την πραγματοποίηση των αλβανικών επιδιώξεων.

Οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής,αν και υπήρχαν ομάδες αντίστασης,ουσιαστικά συνεργάζονταν με τους Ιταλούς.Όταν συνθηκολόγησε η Ιταλία,το 1943,η Αλβανία καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα.Και πάλι οι Αλβανοί,ιδίως οι Τσάμηδες,συνεργάστηκαν με τα στρα-τεύματα κατοχής σε βάρος των Ελλήνων.Η Μ. Βίκερς γράφει ότι «κατά τη διάρκεια της γερ-μανικής κατοχής στην Αλβανία οι Γερμανοί σχημάτισαν μια αλβανική μεραρχία SS.»

Στις 17 Απριλίου 1944 δημιουργήθηκε μια μονάδα αποτελούμενη αποκλειστικά από Αλβανούς,με την ονομασία «21 Waffen – Gebirgs – Division der SS «Skanderberg» (albanische Nr.1).Οι στολές τους ήταν ίδιες με τις στολές των γερμανικών SS,αλλά τα σύμβολα τους ήταν αλβανικά.Η μονάδα αυτή δημιουργήθηκε με οδηγίες του ίδιου του Χάινριχ Χίμλερ και απαρτιζόταν από 11.398 στρατιώτες αλβανικής καταγωγής,οι οποίοι προέρχονταν από τον Αλβανικό Στρατό,τις ειδικές δυ-νάμεις της αστυνομίας,αλλά και παραστρατιωτικές ομάδες και συμμορίες εγκληματιών.

Ήταν υπό τις διαταγές και τον έλεγχο του Αλβανού κατοχικού πρωθυπουργού Ξαφέρ Ντεβά.Δη-μιουργήθηκε προκειμένου τα γερμανικά στρατεύματα να μεταφερθούν από την Ελλάδα και τα κεντρικά Βαλκάνια στην Αδριατική και να ενισχύσουν την άμυνα,η οποία είχε αποδυναμωθεί μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών και την απόσυρση των στρατευμάτων τους από την περιοχή.Η δη-μιουργία της SS Skanderbey Division αποτέλεσε τη μεγαλύτερη ευκαιρία για τη δημιουργία της “Μεγάλης Αλβανίας”.

Το έργο των ΑλβανώνSS περιελάμβανε δολοφονίες ορθοδόξων ιερέων,καταστροφές ορθοδόξων ναών,βιασμούς,κλοπές,αλλά και πλήρη κάλυψη των γερμανικών στρατευμάτων κατά την αποχώ-ρηση τους από την Ελλάδα και αργότερα από τη Σερβία.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οπαδοί του Μπάλλι Κομπετάρ (Εθνικιστικό Κόμμα) είχαν επίσης συνεργασθεί με τους Γερμανούς.
Ολοκληρώνοντας,αξίζει να αναφέρουμε ότι η εχθρική στάση των Αλβανών έναντι της χώρας μας είχε συνέχεια.Ένα χαρακτηριστικό γεγονός αφορά την προσπάθεια συνεργασίας των ανταρτικών δυνάμεων του Ναπολέοντα Ζέρβα ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ με τις ΜΑΒΗ (Μονάδες Απελευθέρωσης Β. Ηπεί-ρου).Η προσπάθεια αυτή απέτυχε λόγω επέμβασης του Κ.Κ. Αλβανίας,το οποίο διέλυσε τελικά τις ΜΑΒΗ -μάλιστα τα περισσότερα στελέχη τους δολοφονήθηκαν.

Σε μια άλλη περίπτωση έγινε προσπάθεια ενοποίησης της Αλβανίας με την Ελλάδα.Συγκεκριμένα ορισμένοι Αλβανοί προύχοντες κατά την κατοχή ήλθαν σε συνεννόηση με Έλληνες πολιτικούς στη Θεσσαλονίκη για την ίδρυση Ελληνο-Αλβανικής Ομοσπονδίας.Η κίνηση αυτή απέτυχε λόγω αντί-δρασης της αριστεράς της Αλβανίας.Όλοι όσοι συμμετείχαν δολοφονήθηκαν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από την αναγνώριση της Αλβανίας ως ανεξάρτητου κράτους μέχρι την κατάληψη της από τους Ιταλούς (Απρίλιος 1939),οι σχέσεις της με την Ελλάδα ήταν σχετικά καλές.Στη συνέχεια,όμως,η ι-ταλική προπαγάνδα στήριξε τις αλυτρωτικές διαθέσεις της Αλβανίας.Ο αλβανικός Τύπος δημοσίευε άρθρα κατά της Ελλάδας και καλλιεργούσε το όνειρο της “Μεγάλης Αλβανίας”.

Με την επίθεση των Ιταλών κατά της Ελλάδας,τον Οκτώβριο του 1940,αλβανικά τάγματα πεζικού και εθελοντών και σώματα άτακτων είχαν ενταχθεί στους ιταλικούς σχηματισμούς και έλαβαν ενεργά μέρος στις επιχειρήσεις.Εκτιμάται ότι συμμετείχαν 8-10 τάγματα Αλβανών.Η συμπεριφορά των Αλβανών πολιτών έναντι των Ελλήνων στρατιωτών το 1940-41 ήταν εχθρική,ενώ προς τους Ιταλούς φιλική.

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τον Απρίλιο του 1939 και μετά,πείθουν ότι οι Αλβανοί μισούσαν και εξακολουθούν να μισούν κάθε τι ελληνικό και ορθόδοξο χριστιανικό.Υπήρξαν πάντα εχθροί της Ελλάδας.Συνεργάσθηκαν με τον Άξονα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.Πάντα είχαν και εξακολουθούν να έχουν ως απώτερο σκοπό την ίδρυση της “Μεγάλης Αλβανίας”.

Δυστυχώς,έναντι των “καλών υπηρεσιών” των Αλβανών η Ελλάδα το 1971 αποκατέστησε τις δι-πλωματικές σχέσεις της με τη γείτονα,με την ελπίδα ότι θα προστατεύονταν καλύτερα τα δικαι-ώματα της ελληνικής μειονότητας της Βόρειας Ηπείρου.

Επίσης,το 1987 η Ελλάδα,ενεργώντας μονο-μερώς,κατάργησε την εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία,καθεστώς που ίσχυε από τον Νοέμβριο του 1940,χωρίς να εξασφαλίσει εγγυήσεις για την ελληνική μειονότητα της Βόρειας Ηπείρου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
(1) Εκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1941, Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ, Αθήναι, 1960.
(2) Εκδ. Υπουργείου Εξωτερικών: 1940-1941,ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ, Αθήνα, 1980.
(3) Παπάγου Αλεξ.: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1940-1941, εκδ. “Οι Φίλοι του Βιβλίου”, Αθήναι, 1945.
(4) Κατσιμήτρου Χαρ.: Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα, 1982.
(5) Τσέρβι Μ.: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, έκδοση Αlvin Redma Hellas, Αθήνα, 1987.
(6) Κύρου Άδωνι: ΧΡΟΝΙΚΟΝ 1940-1944.
(7) Κύρου Αλ.: ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΑΣ, Αθήναι, 1962.
(8) Σιωμοπούλου Στυλ.: Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ “TΖΟΥΛΙΑ” ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ, Ηπειρωτική Εστία, 1994.
(9) Τριαντάφυλλου Κ.: ΤΑ ΑΠΟΡΡΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-41, Πάτρα, 1981.
(10) Τσιρπανλή Ζαχ.: ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ OI ΙΤΑΛΟΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940-41, Αθήνα, 1974.
(11) Ζαούση Αλεξ.: OI ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ 1939-1945, εκδ. Παπαζήση, 1987. 
(12) Richter Heinz: Η ΙΤΑΛΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Γκοβόστης, 1998.
(13) Μιχαλοπούλου Δημ.: ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑΣ 1923-1928.
(14) Πράσκα Βισκόντι: ΕΓΩ ΕΙΣΕΒΑΛΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Γκοβόστης, 1999.
(15) Vickers Miranda: ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ, εκδ. Οδυσσέας, 1997.
(16) ΡοΙΙο S. – Ρυtο Α.: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, εκδ. Ομάδα.
(17) Νικολάου Χαρ.: ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ -ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, εκδ. Φλώρου, 1996.
(18) Ημερήσιος Τύπος της εποχής. [ Χαράλαμπος Νικολάου, Ταξίαρχος ε.α., τ. καθηγητής Στρατιω-τικής Ιστορίας ΣΣΕ, e-e-e.gr]

Πηγή: Ελλήνων Νέα (ellinonea.blogspot.gr) Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011.
arvanitika.blogspot.gr/

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ





Δεκάδες ιστορικές άμεσες και έμμεσες αναφορές υπάρχουν, για ηλιολατρία στο Παγγαίο.

Όλες θα τις χαρακτήριζα «ορφανές», καθότι δεν είχε έως τώρα αποκαλυφθεί το σημείο όπου και θα στόχευαν όλες αυτές.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όπως περιέγραψα σε παλιότερη ανάρτηση, υπήρχαν εκατοντάδες «ορφανά» νομίσματα, τα οποία πλέον βρήκαν το στόχο τους.

Αυτός όπως σίγουρα καταλάβατε, είναι η ανασκαφή της Αμφίπολης, που ο περίβολος της αναπαριστά τον δίσκο του ήλιου.

Στο εσωτερικό του περιβόλου, είναι ο καθ αυτό ναός του Ήλιου, όπως περιγράφεται από αρχαία «πηγή».

Από νόμισμα του Παγγαίου, όπου Κένταυρος απαγάγει μαινάδα και φέρει την επιγραφή ΖΑΙΕΛΕΩΝ, μαθαίνουμε την ύπαρξη κάποιων, τους οποίους όλοι θεώρησαν ότι ήταν τοπικό φύλο. ΛΑΘΟΣ.

Ήταν το ευρύτερο ιερατείο του Ήλιου, έως και τους απλούς υπηρέτες, που διατηρούσαν το δικαίωμα κοπής νομίσματος.

Το ίδιο καθεστώς ίσχυε και για το ιερατείο του Διονύσου, που έκοβαν το ίδιο νόμισμα με την επιγραφή ΔΙΟΝΥΣΑΙΩΝ.

Το δικαίωμα αυτό κοπής νομισμάτων, από τα ιερά στην ουσία, διατηρήθηκε στην Αμφίπολι έως και τα Ελληνιστικά χρόνια.


*Κείμενο και φωτο με την ευγενική παραχώρηση για τηνη ΙΕΡΑ ΕΛΛΑΣ: Αστέριος Τσίντσιφος

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Ο αφορισμός και το τατουάζ του Κολοκοτρώνη.


Τον Ιανουάριο του 1806, δεκαπέντε χρόνια πριν την επανάσταση, οι Τούρκοι αποφάσισαν να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τους κλέφτες της Πελοποννήσου, οι οποίοι είχαν γίνει κράτος εν κράτει. Μεγαλύτερος όλων και πιο ενοχλητικός για την Υψηλή Πύλη, ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.


Τον μήνα εκείνο έφθασε στην Τριπολιτσά ο αφορισμός των κλεφτών από το Πατριαρχείο, μαζί με ένα σουλτανικό διάταγμα, που διέταζε τον τοπικό πληθυσμό, να μη προσφέρει καταφύγιο στους κλέφτες, να μην τους χορηγεί τρόφιμα, να διακόψει κάθε σχέση μαζί τους, να τους καταδίδει στις τουρκικές αρχές και να ενισχύει τον στρατό, κάθε φορά που θα οργάνωνε επιχειρήσεις εναντίον τους.

Έτσι, με τη συνδρομή της εκκλησίας και όλων των προκρίτων του Μοριά, ο κατατρεγμός εναντίον των κλεφτών έλαβε την αγριότερη μορφή του.

Ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε τους περίπου 150 άνδρες του και τους πρότεινε να καταφύγουν στη Ζάκυνθο.

Μετά την επίμονη άρνησή τους, τους συμβούλευσε να σχηματίσουν πέντε ή έξι μπουλούκια, να κρυφτούν, να περιμένουν έως τον Μάρτιο να λιώσουν τα χιόνια και τότε να συγκεντρωθούν εκ νέου.

Ωστόσο, δεν εισακούσθηκε. Οι άνδρες του ήθελαν να αντισταθούν ενωμένοι σε ολόκληρη τη στρατιωτική δύναμη του Μοριά, τουρκική και ελληνική.

Οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς Έλληνες, υπόπτους για υπόθαλψη των κλεφτών και τους υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια.

Με αυτήν τη μέθοδο τρομοκρατίας, κατάφεραν να εξαναγκάσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, να καταδιώξουν τους Κολοκοτρωναίους και τους άλλους κλέφτες.

Κάθε χωριό έγινε και μια θανάσιμη παγίδα.

Τούρκοι και Έλληνες που συνεργάζονταν μαζί τους, έστηναν ενέδρες, τους συλλάμβαναν και τους οδηγούσαν σιδηροδέσμιους στην Τριπολιτσά.

Η απομόνωση των κλεφτών στέφθηκε από επιτυχία. Η οριστική εξολόθρευσή τους ήταν πλέον θέμα χρόνου.

Οι αφορισμένοι Κολοκοτρωναίοι δεν μπορούσαν να βρουν άσυλο πουθενά. Το σώμα τους έπρεπε να αυτοδιαλυθεί. Χωρίσθηκαν με δάκρυα στα μάτια και με αυτά τα λόγια:

«Καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο».

Λίγο καιρό μετά τον χωρισμό, ο δρόμος, ο χαραγμένος με αίμα για την κλεφτουριά, έφθασε στο τέλος του.

Όλοι όσοι χωρίσθηκαν από τον Κολοκοτρώνη, σκοτώθηκαν.

Η εξόντωση των κλεφταρματολών του Μοριά υπήρξε ολοκληρωτική.

Οι δυστυχισμένοι ραγιάδες έχαναν τους μοναδικούς φυσικούς τους προστάτες, απέναντι στις αυθαιρεσίες της τουρκικής εξουσίας.


Ο Κολοκοτρώνης στη Ζάκυνθο

Τελικά ο Κολοκοτρώνης, κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες κατάφερε να περάσει στη Ζάκυνθο.

Η φήμη του όμως, παρέμεινε στην Πελοπόννησο. Ο θρύλος του φοβερού κλέφτη, τον οποίο τόσο αποτελεσματικά συντηρούσε η λαϊκή φαντασία, προκαλούσε υστερία στις τουρκικές Αρχές.

Στην Τριπολιτσά, σχεδόν καθημερινά, έφθαναν οι πιο παράξενες και αντιφατικές πληροφορίες για τον Κολοκοτρώνη.

Άλλοι τον έβλεπαν να λεηλατεί, με δεκάδες κλέφτες, τα τουρκικά τσιφλίκια και άλλοι διέδιδαν ότι σκοτώθηκε. Ο Σουλτάνος τον επικήρυξε και πολλοί εμφανίσθηκαν στις αρχές με κομμένα κεφάλια, που υποστήριζαν ότι ήταν του τρομερού αρματολού.

Άλλωστε, οι Τούρκοι στο διοικητικό κέντρο της Τρίπολης, δεν γνώριζαν πως ήταν το πρόσωπό του.

Γνώριζαν όμως, πως είχε «κεντήσει» στο χέρι του, με στίγμα πυρίτιδας, τη χρονολογία γέννησής του.

Για να σταματήσει η προσπάθεια εξαπάτησης, που μεγέθυνε και τον θρύλο του Κολοκοτρώνη, έκοψαν μερικά κεφάλια απατεώνων, που έλεγαν ψέματα ότι σκότωσαν τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη.

Άλλοι, κάθε τόσο, παρουσίαζαν στον διοικητή του Μοριά κάποιο κομμένο χέρι με το συγκεκριμένο σημάδι.

Οι Τούρκοι έδιναν υπέρογκη αμοιβή και το κρεμούσαν επιδεικτικά στην αγορά, σύντομα όμως μάθαιναν πως ο Κολοκοτρώνης ζούσε.

Τότε, για έναν ολόκληρο χρόνο, πήγαιναν στον διοικητή άλλα κομμένα χέρια. Τελικά απελπίστηκαν.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ο Γέρος επέστρεψε στον Μοριά, κρατώντας στο κεντημένο χέρι του το φλάμπουρο της Επανάστασης.

Νίκος Γιαννόπουλος

ιστορικός

Πηγή:  Μηχανή του Χρόνου (mixanitouxronou.gr)

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Η Δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.



Η δίκη διεξήχθηκε από τις 30 Απριλίου 1834 μέχρι τις 26 Μαΐου του ιδίου έτους. Διεξήχθη στο τουρκικό τζαμί του Ναυπλίου. Την εισαγγελική έδρα είχε ο Εδουάρδος Μάσον, «ο εμπαθής εκείνος πολέμιος», όπως γράφει ο ιστορικός Μέντελσον, «της ρωσικής μερίδος και του Κολοκοτρώνη, υπερασπισθείς τον φονιά του Καποδίστρια Γεώργιο Μαυρομιχάλη». Σκωτσέζος, νομικός, θεολόγος και φιλόσοφος, είχε έλθει το 1824 στην Ελλάδα με την ιδιότητα του φιλέλληνα. 

Δεν είχε σπουδαία δράση κατά τον Αγώνα, μετά την απελευθέρωση δε άρχισε να δικηγορεί, έως ότου ο Όθωνας τον διόρισε καθηγητή της ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αναμίχθηκε στις εσωτερικές μας διενέξεις και υπηρέτησε, ουσιαστικά, την αγγλική πολιτική. Το πάθος, με το οποίο υπερασπίσθηκε το Μαυρομιχάλη και το μένος με το οποίο κατηγόρησε τον Κολοκοτρώνη, φανερώνουν όχι μόνον την πολιτική του τοποθέτηση, αλλά και το δισυπόστατο χαρακτήρα του.

Ένας ξένος, και αυτός, που κάτω από την ηθική δικαίωση του φιλελληνισμού, αναμίχθηκε, κατά τρόπο εξοργιστικό, στις εσωτερικές υποθέσεις των Ελλήνων. Τον κατείχε, όπως και άλλους παρεμφερείς φιλέλληνες, η εγωιστική πεποίθηση ότι οι μικρές ή μεγάλες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στην αγωνιζόμενη χώρα τούς έδιναν ιδιαίτερα δικαιώματα, ακόμα και το ύπατο δικαίωμα να κρίνουν επί της ζωής των επιφανέστερων ανδρών αυτού του τόπου.

Η τακτική του Μάσον κατά το στάδιο της προανάκρισης έδειξε ότι έλειπε από τη νομική και φιλοσοφική του σκέψη η βαθύτερη έννοια της δικαιοσύνης. Προσπάθησε με διάφορα τεχνάσματα, να κατασκευάσει ψευδομάρτυρες ή να διαστρέψει τις μαρτυρικές καταθέσεις. Απέφυγε συστηματικά να αναζητήσει την αλήθεια, όση κρυβόταν κάτω από την καιροσκοπική δίωξη του Κολοκοτρώνη και διακήρυττε ότι ήταν ακλόνητα πεπεισμένος περί της ενοχής του γέρου. 

Όταν πήγε στο Ιτς Καλέ, όπου ήταν φυλακισμένος ο Γέρος του Μοριά, για να ανακρίνει τον εγκάθειρκτο στρατηγό και τον πίεζε επί ώρες να ομολογήσει ότι «είχε προπαρασκευάσει αποστασίαν εναντίον της κυβερνήσεως», ο Κολοκοτρώνης, με πολύ πικρή θυμοσοφία, τον αποστόμωσε, αναφέροντας την ιστορία του λύκου και της προβατίνας, του λύκου ο οποίος για να βρει δικαιολογία να φάει την προβατίνα, άρχισε να της φωνάζει: «μου θόλωσες το νερό της πηγής και δεν μπορώ να πιω». Ανάλογους δικολαβισμούς επικαλέσθηκε ο Μάσον και κατά τη διάρκεια της δίκης και κατά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Από όλες τις δεινές κατηγορίες, καμία δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Και αν ακόμη υπήρχαν κάποιες ενδείξεις, αοριστίες, κατά το πλείστον, έλλειπαν όμως τα αδιαφιλονίκητα εκείνα στοιχεία που θα θεμελίωναν την παραπομπή του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, και μάλιστα «επί εσχάτη προδοσία». Οι 44 μάρτυρες κατηγορίας, που παρουσιάστηκαν, δεν κατέθεσαν στοιχεία που να μη μπορούν να αμφισβητηθούν. Αντιστρόφως οι 115 μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάσθηκαν διέψευσαν τα περισσότερα σημεία της κατηγορίας.

Οι κατηγορούμενοι στρατηγοί, με απλή στολή καπετάνιου χωρίς παράσημα οδηγούνται στην αίθουσα και κάθονται στον πάγκο τους συνοδευόμενοι από όργανα τάξης και τους συνηγόρους τους. Συνήγοροι και χωροφύλακες παίρνουν κι αυτοί τις θέσεις τους. Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο συγκλόνισε το ακροατήριο. Όταν μάλιστα ο Γέρος, ρωτήθηκε «Τι επάγγελμα έχεις;» και έδωσε την ιστορική απάντηση «Στρατιωτικός! Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα!», ρίγος και δέος κατέλαβε ακόμη και τους εχθρούς του στρατηλάτη.

Επί είκοσι ημέρες παρέλασαν προ του δικαστηρίου οι μάρτυρες και ήταν σαν να παρέλαυναν όλα τα κομματικά πάθη που είχαν έως τότε συγκλονίσει τη μαχόμενη Ελλάδα. Εκ πρώτης όψεως δικαζόταν ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας. Στην ουσία όμως επρόκειτο περί της δίκης ολόκληρου του φατριαστικού πνεύματος, που σαν δαίμονας αλάστωρ είχε κατακυριεύσει, διαδοχικά, κατά καιρούς, όχι μόνο τους κομματιζόμενους ηγέτες, αλλά ακόμη και τις ευγενέστερες, τις πατριωτικές καρδιές. Πίσω από την ατελείωτη αυτή σειρά των κατηγορουμένων διαγράφονταν οι άλλοι, οι μεγαλύτεροι ίσως ένοχοι, οι αρχηγοί των ξένων ανακτοβουλίων και οι μακιαβελίσκοι της ευρωπαϊκής διπλωματίας.

Στο κατηγορητήριο προσέρχονται και οι δικαστές και καταλαμβάνουν τις έδρες τους. Τελευταίος μπαίνει ο Πρόεδρος, ο Πολυζωίδης. Όλοι σηκώνονται όρθιοι. Απόλυτη ησυχία. Κάθονται όλοι στις θέσεις τους. Ο Πρόεδρος ταχτοποιεί για λίγο τα χαρτιά και τους φακέλους του και ύστερα λέει σοβαρά και με σύνεση: «Άρχεται η συνεδρίαση. Παρακαλώ το ακροατήριο να κρατήσει σιγή και να διατηρήσει ακέραιη μέχρι το πέρας της δίκης την ψυχραιμία του, διευκολύνοντας το βαρύ και δύσκολο έργο μας. Παρακαλώ επίσης την υπεράσπιση όπως αντιτάξει όλα της τα επιχειρήματα με μετριοφροσύνη, σύνεση και κοσμιότητα διαφωτίζουσα, κατά το δυνατόν, το Δικαστήριο. Ο κύριος Γραμματέας ν΄ αναγνώσει παρακαλώ το κατηγορητήριο».Ο Γραμματέας του δικαστηρίου Ζώτος, πηγαίνει και παίρνει από τον Πρόεδρο το κατηγορητήριο, ξαναπάει στην έδρα του και διαβάζει:

Αριθμός 1841
Εν Ναυπλίω τη 7η Μαρτίου 1834
Ο παρά τω εν Ναυπλίω Δικαστηρίω Επίτροπος της Επικρατείας.

Προς Το Αυτό Δικαστήριον

Κατά τους μήνας Μάϊον, Ιούνιον, Ιούλιον, Αύγουστον και τας αρχάς Σεπτεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τριακοστού τρίτου έτους oργανώθη εις το Βασίλειον τούτο σύστασις και συνωμοσία επί σκοπώ να ταράξει την κοινήν ησυχίαν και να προσβάλει την εσωτερικήν ασφάλειαν του κράτους και την εθνικήν ανεξαρτησίαν. Οι κυριότεροι αρχηγοί της στάσεως και συνωμοσίας αυτής ήσαν ο Δημήτριος Πλαπούτας, επονομαζόμενος Κολιόπουλος, ετών τεσσαράκοντα πέντε, και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ετών εξήντα τεσσάρων, αμφότεροι έχοντες διαμονήν εις την επαρχίαν Γορτύνης.
Οι ειρημένοι αρχηγοί της συνωμοσίας δεν άφησαν ουδεμίαν ραδιουργίαν, ουδεμίαν μυστικήν μηχανορραφίαν εις την πειθώ εις υποσχέσεις, εις το ψεύδος, δια να κατορθώσουν τους προδοτικούς σκοπούς των, να επιφέρουν τον εμφύλιον πόλεμον και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα του έθνους.

Κατά τον Ιούλιον, Αύγουστον και αρχάς Σεπτεμβρίου του αυτού έτους, οι ειρημένοι Δ. Πλαπούτας και Θ. Κολοκοτρώνης, προς παράλυσιν της Βασιλικής εξουσίας και εις προπαρασκευήν εμφυλίου πολέμου παρεκίνησαν εις ληστείαν διαφόρους αρχιληστάς, πρώην υπαλλήλους των και ονομαστί τον Γεώργιον Κοντοβουνήσιον, τον Καπογιάννην και τον ποτέ Κ. Μπαλκανάν, προστατεύοντες, συμβουλεύοντες και υποστηρίζοντες αυτούς εις την ενέργειαν της ληστείας και χορηγούντες εις αυτούς πολεμοφόδια και άλλα αναγκαία οι δε ειρημένοι αρχιλησταί πραγματικώς, ενήργησαν την ληστείαν κατά προτροπήν των ειρημένων συμβούλων και προστατών των, περιφερόμενοι ληστεύοντες κατά διαφόρους επαρχίας του Βασιλείου.

Κατά το αυτό διάστημα χρόνου, οι ειρημένοι Δ. Πλαπούτας και Θ. Κολοκοτρώνης και αυτοπροσώπως και δια των γνωστών κατά την Πελοπόννησον οπαδών και φίλων των και δια των προς την Στερεάν Ελλάδα αποστολών των και εξαιρέτως δια του εις Λεβάδειαν απεσταλμένου πιστού οπαδού και πρώην υπαλλήλου των Κων/νου Δημητρακοπούλου Αλωνιστιώτου επροσπάθησαν να καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις εμφύλιον πόλεμον και δια των ραδιουργιών των ο εμφύλιος πόλεμος των όντι ήτο ούτως προπαρασκευασμένος, ώστε να είναι έτοιμος να εκραγεί.

Πριν τα τέλη του Ιουλίου του αυτού έτους εις Τριπολιτσάν και άλλου οι ειρημένοι Δ. Πλαπούτας και Θ. Κολοκοτρώνης προδίδοντες την εθνικήν ανεξαρτησίαν, υπέγραψαν και παρεκίνησαν και άλλους υπηκόους της Α.Μ. να υπογράψουν παράκλησιν προς ξένην δύναμιν επί σκοπώ της καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας, ήγουν επί σκοπώ της καταργήσεως του καθεστώτος πολιτεύματος.
Κατά τον Αύγουστον του αυτού έτους ο κόμης Διονύσιος Ρώμας εκ Ζακύνθου αναχωρών από Ναυπλίου μετέβη εις Άργος, Τριπολιτσάν κ.τ.λ., έκαμεν εις έκαστον των τόπων αυτών μυστικάς συνεδριάσεις των οποίων σκοπός ήτο η κατάργησις των δύο μελών της Υψηλής Αντιβασιλείας, διά μέσου παρακλήσεως προς άλλην ξένην Δύναμιν. Ο ειρημένος κόμης Ρώμας εκοινοποίησε το ειρημένον εγκληματικόν σχέδιον εις τον ειρημένον Δ. Πλαπούταν εις Άργος και εις τον ειρημένον Θ. Κολοκοτρώνη εις Τριπολιτσάν, οι δε ειρημένοι Δ. Πλαπούτας και Θ. Κολοκοτρώνης όχι μόνον δεν το εφανέρωσαν, ως εχρεώστουν εις την εξουσίαν, αλλά τον συνέδραμον, προθυμούμενοι να αυξήσουν τον αριθμόν των οπαδών των προς πραγματοποίησιν του.Όθεν η Επιτροπεία εγκαλεί τους ειρημένους Δ. Πλαπούταν και Θ. Κολοκοτρώνην ως οργανώσαντας εκ συμπνοής κατά τον Μάϊον, Ιούνιον, Ιούλιον, Αύγουστον και αρχάς Σεπτεμβρίου του παρελθόντος έτους συνωμοσίας επί σκοπώ να ταράξουν την κοινήν ησυχίαν, καταφέρουν τους ηπηκόους της Α.Μ. εις την ληστείαν και εις τον εμφύλιον πόλεμον και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα, ήγουν ως πράξαντας τα εγκλήματα τα ενδιαλαμβανόμενα εις το άρθρον 2 του Εδαφίου Α΄ και Γ΄ του Εγκληματικού Απανθίσματος, νομοθετηθέντα παρά της εν Άστρει συνελεύσεως και εισέτι ισχύοντα, καθώς και εις το άρθρον 2 του από 9)21) Φεβρουαρίου του 1833 Β. Διατάγματος και επομένως η Επιτροπεία απαιτεί να καταδικασθούν οι ειρημένοι Δημήτριος Πλαπούτας και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατά τα αναφερθέντα άρθρα των Νόμων, ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας.

Ο Επίτροπος της Επικρατείας: ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΜΑΣΣΟΝ.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του Κατηγορητηρίου ο Γραμματέας Ζώτος, το λόγο έλαβε και πάλι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ο οποίος αναλύοντας τα κεφάλαια της κατηγορίας εξήγησε στους κατηγορουμένους στρατηγούς ότι, κατηγορούνται για τα εξής τέσσερα εγκλήματα:Ότι παρακίνησαν το λαό σε εμφύλιο πόλεμο προς κατάργησιν του καθεστώτος πολιτεύματος.
Ότι παρακίνησαν σε ληστεία «διάφορους αρχιληστάς με σκοπόν την συνωμοσίαν και τον εμφύλιον πόλεμον».

Ότι συνέταξαν αναφορά ζητώντας την επέμβαση ξένης δυνάμεως (της Ρωσίας) προς κατάργηση της Υψηλής Αντιβασιλείας.
Ότι συνέδραμαν τον κόντε Διονύσιο Ρώμα στο εγκληματικό του σχέδιο περί καταργήσεως των δύο μελών της Υψηλής Αντιβασιλείας.Αυτή περίπου την κατατοπιστική ανάλυση έκανε ο Πρόεδρος Πολυζωίδης επεξηγώντας και συνοψίζοντας τα αίτια της κατηγορίας περί των διαπραχθέντων, κατά την κατηγορούσα Αρχή, εγκλημάτων. Σύμφωνα δε με την τότε ισχύουσα νομοθεσία και διαδικασία έπρεπε να εξετασθούν οι κατηγορούμενοι και στη συνέχεια οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης.Η Απολογία του Κολοκοτρώνη στην Δίκη
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: (Μετά από μικρή παύση) -Να αποχωρήσει της αιθούσης ο Δημήτριος Πλαπούτας για να απολογηθεί ο έτερος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Δύο χωροφύλακες οδηγούν έξω τον Πλαπούτα, ενώ ο Κολοκοτρώνης σηκώνεται από τον πάγκο του και προχωρεί αγέρωχα προς τους δικαστές του. Τα βλέμματα όλων καρφώνονται πάνω του. Μπροστά τους, στέκεται ορθό ολόκληρο το Εικοσιένα.
Φέρνουν το Ευαγγέλιο. Ο Πρόεδρος σηκώνεται, τον μιμούνται όλοι. Ο Κολοκοτρώνης απλώνει το χέρι του.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνη την αλήθεια εις ό,τι ερωτηθώ.
-Ορκίζομαι (Κάθονται όλοι στις θέσεις τους).
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς ονομάζεσαι;
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Από πού κατάγεσαι;
-Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πόσων ετών είσαι;
-Εξήντα τέσσερων.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι επάγγελμα κάνεις;
Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι απολογείσαι για την κατηγορία που σου αποδίδεται;
-Τον απερασμένο Ιούλη διάηκα στην Τριπολιτσά για να στεφανώσω εν’ αντρόγενο. Από κεί τράβηξα, μαζί με τη νύφη μου, για το μοναστήρι της Άγια-Μονής. Την παραμονή της Παναγιάς ήρθε κι ο Ρώμας στην Καρύταινα όπου καθίσαμε κάνα δυο μέρες. Έπειτα ο Ρώμας έφυγε κι εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις 18 τ’ Αυγούστου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είχες προηγουμένως άλλες συναντήσεις με το Ρώμα;
-Δεν είχα πριν καμία συνάντηση μαζί του. Τον αντάμωσα για πρώτη φορά στην Τριπολιτσά. Μακριές ομιλίες δεν είχαμε. Τρώγαμε όμως μαζί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και τι λέγατε;
-Τα συνηθισμένα όπου λένε οι άνθρωποι όταν τρώνε αντάμα ψωμί.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν είχες την περιέργεια να ρωτήσεις τον Ρώμα για τα όσα διέδιδε περί Αντιβασιλείας;
-Καμία περιέργεια δεν έβαλα στο νου μου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον άλλον καιρό τι έκανες στην Τριπολιτσά;
-Πάγαινα στο παζάρι. Σύναζα τους χωριάτες και τους μίλαγα επειδής ήτανε ερεθισμένοι από κείνους τους διαβόλους τα νόμιστρα. Τους έλεγα: «Βρε τσομπάνηδες, τι πλερώνατε τον καιρό της τουρκιάς και τι πλερώνετε τώρα; Δεν πλερώνετε τώρα λιγότερα απ’ τον καιρό της τουρκιάς;». Και τους τ’ απόδειχνα με παραδείγματα.ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον πρίγκιπα Μπρέντ τον γνωρίζεις;
-Ναι, τον γνωρίζω. Ήρθε μάλιστα στην Τριπολιτσά για να δη το Ρώμα. Σα μπατζανάκης του που είναι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι παράγγειλες μ’ αυτόν στο γιο σου το Γενναίο στ΄ Ανάπλι;
-Τίποτα. Ούτε είχα και τίποτα να του παραγγείλω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιοι άλλοι ήταν τότε στην Τριπολιτσά;
-Ο Νικηταράς και Πλαπούτας που είχανε έρθει απ’ τα χωριά τους.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άκουσες περί μιας αναφοράς εναντίον της Αντιβασιλείας και των Βαυαρών;
-Δεν άκουσα τίποτα ούτε και μου μίλησε ποτέ κανείς για καμία τέτοια ανα-φορά.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν άκουσες τίποτα;
-Όχι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γνωρίζεις τους ληστές Κοντοβουνήσιο, Μπαλκανά και Καπογιάννη;
-Τον Κοντοβουνήσιο τον γνωρίζω απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Μπαλκανάς ήτανε γουρνοβοσκός. Τον κατάτρεχα. Δυο φορές μου ‘φυγε απ’ τα σίδερα. Τον Καπογιάννη δεν τον γνωρίζω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον γραμματικό του Κοντοβουνίσιου, Χρήστο Νικολάου, τον ξέρεις;
-Ναι. Είν’ ένα ξόανο παιδαρέλι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον Αλωνιστιώτη τον γνωρίζεις;
-Τον γνωρίζω, είναι μάλιστα και συγγενής μου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ήξερες πως θα πήγαινε στη Λιβαδειά;
-Όχι, δεν το ήξερα. Απ’ τον κόσμο το άκουσα πως πήγε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν τον είχες δει προηγουμένως;
-Όχι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: (Δείχνοντάς το) - Είναι αληθινό αυτό το γράμμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;
-Ναι, είναι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;
-Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντάς με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχό τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;
-Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα που έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι. Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα τούγραψα κι εγώ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;
-Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά που ‘φυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και γιατί έφυγες;
-Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μούγραψε ο γιος μου ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αυτό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;
-Τους συμβούλευα, καθώς έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;
-Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.
-Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: «Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος».

Αυτά είπε ο Γέρος και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή και αγωνία.Η πιο δραματική φάση της δίκης αρχίζει τώρα. Ο Μάσον, αιφνιδιαστικά, αρνείται να απαντήσει στους συνηγόρους της υπεράσπισης, κατά τα ειωθότα, με την εξήγηση ότι «κρίνει περιττόν να χάνει τον καιρόν του». Αλλά ενώ παραιτείται ο ίδιος της δευτερολογίας, απαιτεί να μη δευτερολογήσουν ούτε οι συνήγοροι. Εκείνοι διαμαρτύρονται εντονότατα. Ο πρόεδρος Πολυζωίδης επεμβαίνει. Τονίζει «είμαι της γνώμης ότι ο κ. επίτροπος χρεωστά να απαντήσει. Η ανάπτυξης της κατηγορίας υπήρξεν ελλιπής. Έχει χρέος λοιπόν να την συμπληρώσει, άλλως οι συνήγοροι έχουν χρέος να την συμπληρώσουν». Με τη δήλωση αυτή ο Πολυζωίδης αρχίζει την ιστορική του μάχη με τον Μάσον, με τον Μάουερ, με το καθεστώς της αυθαιρεσίας και αδικίας. Είναι η μάχη που θα τον καταστήσει σύμβολο της ελληνικής δικαιοσύνης. Στην πραγματικότητα την είχε αρχίσει ημέρες πρωτύτερα, στα παρασκήνια.

Πριν από την έναρξη της δίκης ο Μάσον είχε καλέσει στο σπίτι του και τα πέντε μέλη του δικαστηρίου και αφού τους παρουσίασε όσα στοιχεία είχε συγκεντρώσει, τους ρώτησε αν τα έβρισκαν αρκετά για να καταδικάσουν τους δυο στρατηγούς. Ο Πολυζωίδης εξεγέρθηκε και δήλωσε αμέσως: «Θάπτω εις τους κρυψώνας της σιωπής την αντάμωσίν μας εδώ, το διατί και το πώς. Αν είναι ανάγκη να προείπομεν τι, προλέγω ότι, αν οι στρατιωτικοί Έλληνες είναι αθώοι, έχομεν τιμιότητα να τους αθωώσωμεν, αν ένοχοι, αγάπην Πατρίδος να τους καταδικάσομεν εις δεσμά, εις θάνατον».

Προσπάθησαν επίσης να εξαγοράσουν και τον Τερτσέτη ενώ η δίκη διαρκούσε ακόμη.
Αφού δεν κατόρθωσαν να τους εξαγοράσουν επιχείρησαν να τους προκαταλάβουν. Το δημοσιογραφικό όργανο του Μάουερ, ο «Σωτήρ» δημοσίευσε άρθρο ενώ συνεχιζόταν η δίκη με το οποίο προαναγγελλόταν ως βέβαια, η καταδίκη των στρατηγών. Οι συνήγοροι κατήγγειλαν δημόσια την προσπάθεια και ζήτησαν από τον Μάσον να διώξει την εφημερίδα. Ο Μάσον δεν καταδέχτηκε καν να απαντήσει. Τότε ο Πολυζωίδης, όρθιος, έκανε μια κατηγορηματική δήλωση: «Το δικαστήριον, είπε, δεν έχει άλλο συμφέρον από τον νόμον. Δεν έχει άλλον σκοπόν παρά την απόδοσιν της δικαιοσύνης. Τινές δεικνύουν μιαν επίσημον εμπάθειαν και άγνοιαν των νόμων. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προλαμβάνει την κρίσιν της δικαιοσύνης. Αποδοκιμάζω όθεν το ανόητον άρθρον και προσκαλώ τον Επίτροπον να εναγάγει τον συντάκτην της εφημερίδος». Ο Μάσσον σε απάντηση κάγχασε.

Αυτή η διπλή άρνηση του Μάσον δημιούργησε μεγάλο θέμα, διότι και οι δυο πλευρές έδειξαν ακλόνητη επιμονή, η οποία σε λίγο εξελίχτηκε σε απροκάλυπτη διαμάχη. Ο Πολυζωίδης γνώριζε ότι, οι άλλοι τρεις δικαστές ήταν αποφασισμένοι να καταδικάσουν σε θάνατο τους στρατηγούς, γι’ αυτό προσπαθούσε να πείσει τον Επίτροπο να δευτερολογήσει, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να μεταπείσει έναν από τους «καταδικαστικούς» συναδέλφους του. Ο Μάσον επέμενε να επισπευτεί η έκδοση της απόφασης. Ο Πολυζωίδης παρακάλεσε θερμότατα τον Επίτροπο να δευτερολογήσει. Εκείνος, ανένδοτος, επέμενε στην άρνησή του. Επί μισή ώρα το δικαστήριο είχε πάψει ουσιαστικά να συνεδριάζει. Οι δικαστές στις έδρες τους σώπαιναν με αμηχανία. Ο Μάσον στη δική του έδρα σώπαινε και αυτός, με αλύγιστο πείσμα.

Στην αίθουσα το δικαστήριο είχε μείνει εμβρόντητο. Από κανένα δε διέφευγε ότι, εκείνη την ώρα, καταρρακωνόταν η δικαιοσύνη. Κάποια στιγμή ο Επίτροπος κατέβηκε από την έδρα του, και συνομίλησε μυστικά, με τον νομάρχη Μαύρο, που βρισκόταν στην αίθουσα ως παρατηρητής του Μάουερ. 

Προφανώς έλαβε από αυτόν εντολές, διότι όταν επανήλθε στην έδρα του, δήλωσε ακόμη κατηγορηματικότερα ότι δεν εννοούσε να δευτερολογήσει.Ο Πολυζωίδης συνέχισε τις εκκλήσεις του: «Σας παρακαλώ δια μιαν ακόμη φοράν, χάριν της δικαιοσύνης και της κοινωνίας να απαντήσετε!». «Δεν δύναμαι να απαντήσω», επέμενε ο Μάσον. «Πρέπει να το κάμετε», παρακαλεί εκ νέου ο Πολυζωίδης. Ο Μάσον ξαναγυρίζει στη σιωπή του. Υπάρχει μεγάλη αναταραχή στην αίθουσα. 

Ο νομάρχης Μαύρος φεύγει για να ζητήσει οδηγίες από τον υπουργό δικαιοσύνης Σχινά. Ο Πολυζωίδης, μετά από την κατάσταση που δημιουργήθηκε, διέκοψε τη συνεδρίαση για την επομένη, υπό τον όρο, όπως δήλωσε ρητά, «εάν δεν ομιλήσει ο Επίτροπος, να ομιλήσουν οι συνήγοροι».
Τη νύχτα εκείνη, στα παρασκήνια, πολλά διαδραματίστηκαν, που παρέμειναν όμως άγνωστα. Κινητοποιήθηκαν όλοι οι κυβερνητικοί και διπλωματικοί παράγοντες. Έγιναν διαβούλια με στόχο τη ζωή ή το θάνατο του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. 

Οι υπουργοί διχασμένοι συγκρούστηκαν, αλλά επικράτησε ο Κωλέττης. Σύγκρουση επήλθε και στους κόλπους της Αντιβασιλείας, όπου όμως επικράτησε επίσης ο Μάουερ. Οι «καταδικαστικοί» επιβλήθηκαν κατά κράτος. Οι «αθωωτικοί», Άρμανσπεργκ και Μαυροκορδάτος, υποχώρησαν ή προσποιήθηκαν ότι υποχωρούν, επιφυλασσόμενοι να αντεπιτεθούν αργότερα, στην κατάλληλη ώρα.

Το αποτέλεσμα των νυχτερινών διαβουλεύσεων, φανερώθηκε την επομένη στο δικαστήριο. Όταν ο πρόεδρος Πολυζωίδης έδωσε το λόγο στην υπεράσπιση, διότι ο επίτροπος αρνήθηκε και πάλι να δευτερολογήσει, ο Μάσον, θριαμβευτικά, του εγχείρισε μια έγγραφη απόφαση της Αντιβασιλείας, η οποία ενέκρινε τη στάση του Επιτρόπου και διάταζε την έκδοση απόφασης με την απειλή μάλιστα ότι θα καταδιώκονταν τα μέλη του δικαστηρίου που δε θα ήθελαν να συμμορφωθούν. Η διαταγή είχε τις υπογραφές και των τριών Αντιβασιλέων. Ο Πολυζωίδης δεν μπορούσε πια παρά να υποκύψει. Το δικαστήριο αποσύρθηκε για διάσκεψη, ενώ σε όλους έγινε αντιληπτό ότι η ζωή του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα είχε κριθεί τελεσίδικα. Άλλωστε ο Μάουερ είχε φροντίσει να προϊδεάσει το λαό για την προαποφασισμένη θανατική καταδίκη.

Ο υπουργός διατάζει το γραμματέα να διαβάσει την απόφαση: Ο Πολυζωίδης γέρνει το κεφάλι και κλείνει τα μάτια, με τα χέρια του. Σ’ αυτή τη στάση, οδύνης και ντροπής για όσα γίνονταν, θα μείνει ως το τέλος.

Όσο διαρκούσε η ανάγνωση της απόφασης, ο Κολοκοτρώνης διατηρεί την ψυχραιμία του παίζοντας απαλά τις χάντρες του κομπολογιού του. Δε δείχνει ιδιαίτερη συγκίνηση ούτε όταν ακούει την τρομερή φράση, «Ο Δημήτριος Πλαπούτας και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας». Έκανε μόνο το σταυρό του και είπε: «Κύριε ελέησον! Μνήσθητί μου, Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου». Ύστερα πήρε από την ταμπακιέρα του μια πρέζα ταμπάκο, τον ρούφηξε και πρόσφερε σε όσους τον είχαν περιτριγυρίσει. Στους δικηγόρους του είπε με σταθερή φωνή: «Αντίκρυσα τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Ούτε τώρα τον φοβούμαι». Σε έναν οπαδό του που του φώναξε συγκινημένος: «Άδικα σε σκοτώνουν, στρατηγέ», αποκρίθηκε με πικρή θυμοσοφία: «Γι’ αυτό λυπάσαι; Καλύτερα που με σκοτώνουν άδικα, παρά δίκαια».

Ο Πλαπούτας είχε αντίθετα ταραχτεί και δάκρυα έπεφταν από τα μάτια του. Συλλογιζόταν την ορφάνια των παιδιών του, επτά κοριτσιών και ενός γιου ανήλικου. Ο Κολοκοτρώνης με συμπόνια, τον κοίταξε και του είπε: «Εγώ δε λυπάμαι για τον εαυτό μου, μα γι’ αυτόν που έχει εφτά κόρες». Καθώς ο Πλαπούτας βούρκωσε στα λόγια αυτά, ο Γέρος τον αποπήρε: «Βρε συ, δε ντρέπεσαι; Εσύ δε φοβήθηκες τους Τούρκους και τώρα κλαις; Κουράγιο ξάδερφε! Τ’ όνειρό μας ήταν να λευτερώσουμε την πατρίδα. Μη λυπάσαι το λοιπόν. Εμείς κάναμε το χρέος μας και αυτοί ας μας καταδικάσουν».

Δεν εκδηλώθηκε καμία εντυπωσιακή αντίδραση από το πλήθος και η θανατική καταδίκη έγινε δεκτή με ποικίλα αισθήματα, αλλά χωρίς την έκρηξη της λαϊκής οργής που θα περίμενε κανείς. Μόνο μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου έγιναν ορισμένες συγκινητικές σκηνές, ιδίως από οπαδούς του Γέρου όταν ακούστηκε η καταδικαστική απόφαση. Μέσα στην αναταραχή που σημειώθηκε όταν απαγγέλθηκε η φράση «καταδικάζονται εις θάνατον», δεν ακούστηκε ούτε από τους κατηγορούμενους, ούτε από το ακροατήριο το τελευταίο μέρος της απόφασης με το οποίο «οι καταδικασθέντες εκρίνοντο άξιοι της βασιλικής χάριτος» και ότι την χάρη «θέλει ζητήσει επισήμως το Δικαστήριον από την Αυτού Μεγαλειότητα».

Το φαινόμενο της μη έντονης αντίδρασης του λαού είναι αξιοπρόσεκτο και επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η πιθανότερη είναι ότι ο λαός, με τα έκτακτα στρατιωτικά μέτρα που είχαν ληφθεί, ήταν τρομοκρατημένος. Οι χωροφύλακες δεν τους άφησαν καιρό για περισσότερες συνομιλίες. Τους έδεσαν τα χέρια και τους έβγαλαν από την αίθουσα του δικαστηρίου. Ο Κολοκοτρώνης, νομίζοντας ότι θα τους οδηγούσαν κατευθείαν στη γκιλοτίνα, σήκωσε τα δεμένα χέρια του και σέρνοντάς τα στο λαιμό του, τους ρώτησε: «πού;». Δηλαδή, που θα τους καρατόμιζαν. Δεν τους έδωσαν απάντηση. 

Έξω από το δικαστήριο περίμενε μια ίλη βαυαρικού ιππικού που τους συνόδεψε μέχρι το Ιτς Καλέ. Ο Γέρος πάλι ρώτησε: «Γιατί μας πάτε στο κάτεργο; Δε θα μας πάρουν τα κεφάλια μας;». Ούτε τώρα του έδωσαν απάντηση. Στο Ιτς Καλέ τους έκλεισαν στο ίδιο κελί. Στο δεσμοφύλακά τους έδωσαν οι θανατοποινίτες στρατηγοί τις τελευταίες παραγγελίες προς τις οικογένειές τους. Ο Κολοκοτρώνης του παρέδωσε το δαχτυλίδι του. «Δώστο στο μικρό μου γιο τον Κολίνο και πες του να με θυμάται. Του παραγγέλνω, καθώς και σ’ όλους τους δικούς και φίλους, να μην κάνουν το παραμικρό κίνημα και ταράξουν την ησυχία».


πηγή: το αλιεύσαμε στο φβ από ανάρτηση του :Κωνσταντίνος Περβανάς

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ !!! ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ-ΠΟΙΟΙ ΤΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΑΝ - ΠΌΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ;


Τον μήνα Μάρτη  στην αρχαία Ρόδο  σε άγνωστη ημερομηνία του τοπικού μήνα Βαδρόμιου τελούνταν η εορτή τα "Χελιδόνεια" ,μια εορτή για την υποδοχή της άνοιξης και των χελιδονιών, της οποίας η ίδρυση αποδίδεται στον Λίνδιο Κλεόβουλο.

 Μικρά παιδιά τριγυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα και ζητούσαν χρήματα, σύμφωνα με 
τον Αθηναίο, χρονολογείται στον 6ο π.Χ. Αιώνα. 

Ο Αθηναίος σημειώνει ότι το χελιδονίζειν ήταν για τους Ροδίτες, ένα είδος αγερμού (συλλογή χρημάτων, όπως στα σύγχρονα κάλαντα) και διασώζει ένα τέτοιο τραγούδι μνημονευόμενο από τον Θέογνι στο δεύτερο βιβλίο του “Περί θυσιών” στη Ρόδο.

Τραγουδώντας μικρά άσματα αντίστοιχα με τα σημερινά κάλαντα "Τα χελιδόνεια"  που κατά την Ελληνιστική περίοδο διαδόθηκαν  στον Ελληνικό κόσμο, επέζησαν έως τον 10ο αιώνα, οπότε και απαγορεύθηκαν από την "εν Τρούλλω"  6η Οικουμενική σύνοδο 939 μ.χ.χ ως κατάλοιπο του Ελληνικού εθνισμού. 

 ΗΛΘ΄ ΗΛΘΕ ΧΕΛΙΔΩΝ, ΚΑΛΑΣ ΩΡΑΣ ΑΓΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟΥΣ ΕΝΙΑΥΤΟΥΣ, ΕΠΙ ΓΑΣΤΕΡΙ ΛΕΥΚΑ, ΕΠΙ ΝΩΤΑ ΜΕΛΑΙΝΑ, ΑΝΟΙΓ  ΆΝΟΙΓΕ ΤΑΝ ΘΥΡΑΝ ΧΕΛΙΔΟΝΕΙ, ΟΥ ΓΑΡ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΕΣΜΕΝ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ {Κλεόβουλος ο Λίνδιος}.  

Παλάθαν συ προκύκλει........... Φέρε σύκα αρμαθιασμένα
εκ πίονος οίκου .........................απ' το πλούσιο το σπίτι
οίνου τε δέπαστρον ..................ένα κύπελλο κρασί
τυρού τε κανίστρου. .................και καλάθι με τυρί.

Χελιδόνισμα

Ἦλθ΄ ἦλθε χελιδὼν
καλὰς ὥρας ἄγουσα,
καλοὺς ἐνιαυτούς,
ἐπὶ γαστέρα λευκά,
5 ἐπὶ νῶτα μέλαινα.

Παλάθαν σὺ προκύκλει ἐκ πίονος οἴκου
οἴνου τε δέπαστρον τυροῦ τε κάνιστρον.
καὶ πύρνα χελιδὼν καὶ λεκηθίταν οὐκ ἀπωθεῖται.
Πότερ᾽ ἀπίωμες ἢ λαβώμεθα;

10 εἰ μέν τι δώσεις. εἰ δὲ μή, οὐκ ἐάσομες.
ἢ τὰν θύραν φέρωμες ἢ τὸ ὑπέρθυρον
ἢ τὰν γυναῖκα τὰν ἔσω καθημέναν.
μικρὰ μέν ἐστι, ῥᾳδίως νιν οἴσομες.
ἂν δὴ φέρῃς τι, μέγα δή τι φέροις.
15 ἄνοιγ᾽ ἄνοιγε τὰν θύραν χελιδόνι.
οὐ γὰρ γέροντές ἐσμεν, ἀλλὰ παιδία.

Μετάφρασι

Ἦρθε ἦρθε ἡ χελιδόνα,
φέρνει τὸν καλὸ καιρό,
φέρνει τὴν καλὴ χρονιά.
εἶναι ἄσπρη στὴν κοιλιά,
μαύρη στὴ ῥάχι ἑπάνω.

Κύλα κατὰ δῶ ἕναν πελτὲ σύκου ἀπ᾽ τὸ σπιτικὸ τὸ γεμάτο καλούδια.
κέρνα μας ἕνα ποτήρι κρασί, δός μας κι ἕνα πανέρι τυρί.
ἡ χελιδόνα δὲν λέει ὄχι καὶ στὰ σταρόψωμα καὶ στὴν κουλούρα.

Τί λές; θὰ μᾶς δώσῃς ἢ νὰ φύγουμε;
κι ἂν μὲν μᾶς δώσῃς, καλὰ καὶ καμωμένα.
ἂν ὅμως δὲν μᾶς δώσῃς, δὲν θὰ περάσῃ ἔτσι.
ἢ τὴν αὐλόπορτα σοῦ σηκώνουμε ἢ τὸ στέγαστρό της,
ἢ τὴν κοπελλάρα ποὺ κάθεται στὸ σπίτι μέσα.
εἶναι μικρούλα βέβαια, ἀλλὰ τόσο τὸ καλλίτερο,
γιὰ νὰ τὴ σηκώνουμε κι ἐμεῖς ἀκόμη εὐκολώτερα.
κι ἂν φέρῃς νὰ μᾶς δώσῃς κάτι, νἆναι κάτι μεγάλο.
ἔλα ἄνοιξε τὴν πόρτα σου μπροστὰ στὴ χελιδόνα.
δὲν εἴμαστε γέροι ἄνθρωποι, εἴμαστε παιδάκια.

…ᾆσμα διαιρούμενο κατὰ τὴ γνώμη μου σὲ τρεῖς στροφές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μία εἶναι τὸ ἡμερολογιακὸ ἄγγελμα, μία τὰ αἰτήματα τῶν χελιδονιστῶν, καὶ μία οἱ ἀπειλές των σὲ περίπτωσι μὴ ἐκπληρώσεως τῶν αἰτημάτων τους. αὐθεντικὸ παιδικὸ τραγούδι. οἱ στροφὲς β΄ καὶ γ΄, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δυὸ ἀναφορὲς τῆς χελιδόνος, εἶναι τὸ ἀρχαιότερο μέρος καὶ προέρχονται ἀπὸ εἰρεσιώνη φθινοπωρινῆς ἰσημερίας καὶ πρωτοχρονιᾶς. …ἡ α΄ στροφὴ ὅμως, ποὺ εἶναι καὶ σὲ διαφορετικὸ μέτρο, καὶ οἱ δύο παρακάτω ἀναφορὲς τῆς χελιδόνος εἶναι τὸ νεώτερο κομμάτι τὸ προστεθειμένο μετὰ τὸ 432 π.Χ. καὶ ἀναφέρονται σὲ ἐαρινὴ ἰσημερία καὶ πρωτοχρονιά. εἶναι τὸ κυρίως χελιδόνισμα. 

 Ο Αθηναίος σημειώνει ότι το χελιδονίζειν ήταν για τους Ροδίτες, ένα είδος αγερμού (συλλογή χρημάτων, όπως στα σύγχρονα κάλαντα) και διασώζει ένα τέτοιο τραγούδι μνημονευόμενο από τον Θέογνι στο δεύτερο βιβλίο του “Περί θυσιών” στη Ρόδο.

Υπάρχει μάλιστα κι ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο αρχαίο και σύγχρονο χελιδόνισμα, που κατέγραψε τον 12ο αιώνα ο Γάλλος κληρικός Benoit όταν άκουσε να το τραγουδούν Έλληνες μαθητές στο Collegio Greco στη Ρώμη.

 Οι στίχοι που κατέγραψε ο Benoit (στο βιβλίο του Liber Politicus) έχουν εντυπωσιακή ομοιότητα με τα σημερινά κάλαντα. Επιπλέον, μάλιστα και το φιλοδώρημα που ζητούν οι καλαντιστές παραμένει το ίδιο από την αρχαιότητα !

Αβίαστα ,λοιπόν συνάγεται το συμπέρασμα πως η νέα θρησκεία της αγάπης με τους ντόπιους και αλλοδαπούς συνωμότες προσπάθησαν να ξεριζώσουν απο τον εθνισμό μας οτιδήποτε μας συνέδεε με τους προγόνους μας !!

Και έρχονται τώρα  να μας παρουσιαστούν ως   προστάτες,ακόμα και  τιμητές !!



πηγή:eleusisdiagoridon.blogspot.gr