Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2021

H διατροφή των Αρχαίων Ελλήνων



Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα κάποιους αρχαίους Έλληνες όπως τον… Ηρόδοτο, τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη, σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε. Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες, όπως η πατάτα λ.χ. από τα βασικότερα είδη της σημερινής διατροφής έγινε γνωστή στους Ευρωπαίους το 1530 και οι Έλληνες γεύτηκαν τη νοστιμιά της 300 χρόνια αργότερα, το 1832.


Άγνωστα επίσης ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά (μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες) τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά, τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο- αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά, και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας.

Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες. Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυφορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο. Σ’ ένα πλούσιο δείπνο (περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα) μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, «αίθοπα οίνο» από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι «πολεμοχαρείς», βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, μέλι και διάφορα «νωγαλεύματα».

Όλα αυτά τα εδέσματα της Αρχαίας Ελλάδας και ο «τρόπος» διατροφής των αρχαίων Ελλήνων προσελκύουν αρκετούς ανθρώπους της εποχής μας να αναζητούν λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Λιτοδίαιτοι και Καλοφαγάδες.

Αν και υπήρχαν κάποιοι Έλληνες που στα συμπόσιά τους και γενικότερα η τροφή τους αποτελούνταν από ποικίλα εδέσματα, η Αθήνα και γενικότερα η Αρχαία Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα: την φτώχεια, η οποία είχε γίνει παντοτινός σύντροφος των Αρχαίων Ελλήνων.

Το άγονο έδαφος της Ελλάδας, η δυσκολία στις συγκοινωνίες και βέβαια οι πολύχρονοι πόλεμοι είχαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη επίπτωση και στη διατροφή των αρχαίων.Σ’ αυτό συντελούσε και η περιορισμένη παραγωγή της ελληνικής γης.

Η Αττική ήταν πολύ «λεπτόγεως» (άπαχη γη) και εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος του νερού η παραγωγή της ήταν αρκετά μικρή. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα της αρχαίας Ελλάδας ήταν το κριθάρι, το σιτάρι, το κρασί, το λάδι και οι ελιές. Στην Αττική έβγαινε επίσης μέλι και σύκα που ήταν το πιο εκλεκτό φρούτο για τους αρχαίους.

Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.

Οι Αθηναίοι ήταν οι διασημότεροι για την ολιγοφαγία τους, γι’ αυτό βγήκε και η έκφραση «αττικηρώς ζην».

Γενικά όμως οι αρχαίοι ήταν λιτοδίαιτοι, γι’ αυτό και είχαν αυτοχριστεί «μικροτράπεζοι» και «φυλλοτρώγες».

Ο πολύτιμος άρτος των Αρχαίων.

Τα δημητριακά αποτελούσαν την κύρια βάση της διατροφής για τους αρχαίους. Αλλά τόσο το σιτάρι όσο και το κριθάρι δεν ήταν σε αφθονία για τους Αθηναίους, έτσι αναγκάζονταν να το εισάγουν από άλλα μέρη.

Το αλεύρι από κριθάρι, ζυμωμένο σε γαλέτες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό ψωμί και ονομαζόταν μάζα.

Στη ζύμη του ψωμιού έβαζαν διάφορα καρυκεύματα, όπως μάραθο, δυόσμο και μέντα ακόμη, για να πάρει το ψωμί μια διαφορετική νοστιμάδα. Και φυσικά, έβαζαν το απαραίτητο αλάτι.

Ακόμη οι αρχαίοι είχαν τα εξής είδη ψωμιού:

Το σιμιγδαλένιο, το ψωμί από χοντράλευρο, το ψωμί από διάφορα γεννήματα, από ένα είδος σίκαλης της Αιγύπτου και το «ψωμί από κεχρί».

Λόγω της μεγάλης «αγάπης» των Αθηναίων για το ψωμί, του έδιναν διάφορα ονόματα, ανάλογα με τον τρόπο που ψηνόταν, όπως:

«Ιπνίτης» ήταν το ψωμί που έψηναν μέσα σε θερμή σκάφη.

«Εσχαρίτης» το ψωμί που ψηνόταν στις σχάρες.

«Άρτο τυρόεντα» τυρόπιτα θα τον λέγαμε σήμερα.

«Κριβανίτης άρτος» γινόταν από σιμιγδάλι.

Το «όφωρος» ήταν ένα γλύκισμα από ζύμη, σουσάμι και μέλι. Βέβαια αναφέρονται και από τους αρχαίους και διάφορα άλλα είδη ψωμιού.

Γνωστές επίσης ήταν και οι λαγάνες.

Και οι Αθηναίοι φουρνάρηδες είχαν καλή φήμη, για τα γλυκίσματα και τις πίτες τους.

Οι αρχαίοι εκτιμούσαν πολύ περισσότερο από εμάς σήμερα την ύπαρξη του ψωμιού, και θεωρούσαν πως η μεγάλη ποικιλία του ψωμιού ήταν πολυτέλεια, αφού συνήθιζαν να τρώνε μόνο ένα κομμάτι κριθαρένια μπομπότα.

«Εγώ προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αγαπητή συνήθεια των αρχαίων δηλαδή η μεγάλη ποικιλία ψωμιού που χρησιμοποιούσαν οφείλεται στο ότι το κριθάρι και το σιτάρι ήταν δύο από τα κύρια γεωργικά προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδας και προσπαθούσαν να τα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν».

Εδέσματα και συνταγές.

Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν στα γεύματα και στα δείπνα τους, τα τραπέζια να είναι πλούσια. Αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, γλυκίσματα, φρούτα, ελιές, πίτες, κρέατα και χορταρικά. Φυσικά και από άφθονο κρασί.

Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβύθια ( που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα έτρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος).

Οι Αθηναίοι συνήθιζαν να έχουν στα σπίτια τους μεγάλη ποικιλία τροφών όπως ψωμί, λουκάνικα, σύκα, γλυκίσματα, μέλι, τυρί, τρυφερά χταπόδια, τσίχλες, σπουργίτια και άλλα πολλά.

Ένα σπίτι όμως με τόσα αγαθά θα ξεπερνούσε και τα σημερινά σούπερ-μάρκετς.

Ένα από τα πιο απαραίτητα αγαθά σ’ ένα σπίτι ήταν το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους.

Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.

Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματά τους.

Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι των αρχαίων ήταν το γάλα και το τυρί, που ήταν όμως δύο σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί.

Πολλές φορές για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που έβραζε, ένα κωνοροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος.

Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως θεωρούσαν αυτό το είδος διατροφής χωριάτικο (όπως το ίδιο γίνεται και σήμερα, στις μέρες μας, κάποιοι περιφρονούν πολύτιμες τροφές για τη ζωή μας, μόνο και μόνο από το άκουσμά τους, την εμφάνισή τους αλλά και την «διασημότητά» τους).

Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα έτρωγαν οι Κρητικοί.

Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, το παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης.

Για τους φτωχούς ανθρώπους οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη της απέφευγε!

Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή ήταν ο ζωμός από μπιζέλια.

Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.

Τα θαλασσινά που προτιμούσε ο λαός, ήταν οι σαρδέλες του Φαλήρου, το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί. Αντίθετα, τα χέλια, ήταν πανάκριβα, περίπου τον 5ο αι. π.Χ.

Οι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας.

Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν.

Στους «Ιππείς» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρεται επίσης ο «κάνδυλος» ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, του «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι.

Βέβαια πολλοί ήταν αυτοί που στα έργα τους πρόσθεσαν «μια γεύση κουζίνας» ανέφεραν δηλαδή συνταγές και εδέσματα της εποχής, γιατί γνώριζαν πως οι αρχαίοι έχουν αδυναμία σ’ αυτά, έτσι θα έβρισκαν τα έργα τους πιο ελκυστικά.

Στις θυσίες τους ετοίμαζαν και ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το’ λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι.

Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», που αναφέρεται σ’ ένα επίγραμμα της Παλατινής Ανθολογίας, ήταν ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το έριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.

«Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στην περιοχή της Λυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε.

«Μυττωτός» πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.

Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γινόταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα.

Ακόμη, οι Αθηναίοι απέφευγαν να αρχίζουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα (γιατί πολύ πιθανόν να τους κοβόταν η όρεξη για φαγητό).

Αν και οι Αθηναίοι φρόντιζαν να μη λείπει τίποτα από το σπίτι τους, δηλαδή χρήσιμα αγαθά, όπως τρόφιμα, δεν πρέπει να ξεχνούμε την φτώχεια που επικρατούσε στην Ελλάδα και ήταν ο παντοτινός σύντροφος των Ελλήνων. Η έλλειψη και η ακρίβεια των τροφίμων ανάγκαζε πολλούς να μην πετάνε τίποτα από τα περισσεύματα των δείπνων.

Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους Έλληνες. Ακόμη και στις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τους Σπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι ψωμί.

Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν τη σπαρτιατική λιτότητα. Γι’ αυτό και οι Σπαρτιάτες, πολύ πιθανόν να φάνταζαν ήρωες μπροστά σε κάποιους άλλους Έλληνες και συγκεκριμένα Αθηναίους που ήθελαν να ζουν μέσα στην πολυτέλεια και να μην λείπει κανένα είδος τροφής και ποτού από τα σπίτια τους.

Λαχανικά και όσπρια.

Τα λαχανικά στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στην αρχαία Αθήνα, ήταν σε σπουδαία ζήτηση, κι όχι μόνο για τους οπαδούς του Πυθαγόρα, που τα προτιμούσαν, μια κι απέφευγαν να τρώνε όσα έχουν ζωή.

Ο Πλάτων, στην ιδιωτική του ζωή ακολουθούσε την «πυθαγόρειο δίαιτα». Που ήταν μια καθαρή χορτοφαγία κι έδειχνε ευχαριστημένος τρώγοντας λαχανικά. Πίστευε πως η δίαιτα, είναι η πηγή της υγείας και των καλών ηθών, δύο παραγόντων που κάνουν τα κράτη υγιή και ρωμαλέα, υλικώς, ηθικώς και ψυχικώς.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι όμως δύσκολα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τις «φυτοφαγικές» οδηγίες του Πλάτωνα αφού τα λαχανικά είχαν γίνει για τους Αθηναίους από τα σπάνια αγαθά. Πολλά σπίτια όμως, κυρίως στα περίχωρα φρόντιζαν να έχουν χωράφια, κήπους, στους οποίους καλλιεργούσαν σκόρδα, κρεμμύδια, κουκιά, φασόλια, μπιζέλια, λούπινα, βολβούς, μαρούλια, αρακά, αγκινάρες, βλίτα, ρεβίθια και φακές. Τα μανιτάρια, τα μάραθα, τα σπαράγγια και διάφορα άλλα χορταρικά, τ’ αναζητούσαν στις ακροποταμιές, στα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Φαγώσιμες ήταν ακόμη και οι τρυφερές τσουκνίδες.

Φυσικά, είχαν σέλινο, άνηθο και δυόσμο, για να «καρυκεύουν» τα φαγητά τους. Μάλιστα στους αγώνες της Νεμέας γινόταν στεφάνωμα με σέλινο.

Τα κολοκυνθοειδή ήταν περισσότερο γνωστά στην Αίγυπτο, όπως τα πεπόνια (πέπων) και τ’ αγγούρια (σικυός). Μάλιστα υπήρχαν τριών ειδών αγγούρια, τα οποία είναι το λακωνικόν, ο σκυταλίας και το βοιωτικόν. Απ’ αυτά καλύτερα είναι τα λακωνικά όταν ποτίζονται, ενώ τ’ άλλα δεν πρέπει να ποτίζονται. Επίσης, τα αγγούρια έβγαιναν πιο δροσερά αν, πριν φυτευτούν οι σπόροι, μείνουν για λίγο μέσα στο γάλα ή σε διαλυμένο στο νερό μέλι.

Τα σκόρδα, ακόμη, ήταν απαραίτητα για τους αρχαίους αφού ήταν συμπλήρωμα για κάθε σαλάτα τους. Όπως επίσης και τα κρεμμύδια.

Γενικά τα χορταρικά τα σερβίρανε με μια σάλτσα φτιαγμένη από λαδόξυδο και διάφορα καρυκεύματα.

Οπωσδήποτε η απουσία της ντομάτας στερούσε πολλά από την Αθηναία νοικοκυρά. Τα μανιτάρια όμως, αν και ήταν νοστιμότατα και περιζήτητα, όλοι τα φοβούνταν για το δηλητήριό τους.

Παρόλα αυτά, ένα περιβολάκι γεμάτο με δέντρα και λαχανικά ήταν όνειρο για τους αρχαίους.

Ακόμη και οι βασιλιάδες το λαχταρούσαν. Συγκεκριμένα ο Άτταλος ο Γ΄, ο φιλότεχνος βασιλιάς της Περγάμου, που κληροδότησε το βασίλειό του στη Ρώμη (το 133 π.Χ.), εύρισκε ευχαρίστηση στο λαχανόκηπό του, όπου, εκτός των άλλων, καλλιεργούσε νοσκύαμο, ελλέβορο και κώνειο. Κάποιοι υποστηρίζουν πως καλλιεργούσε αυτά τα φυτά γιατί έκανε έρευνες για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Άλλοι όμως παρατηρούν ότι αυτό που ενδιέφερε περισσότερο το φιλότεχνο βασιλιά ήταν η δραστικότητα τους ως δηλητηρίων, που, όπως λεγόταν φρόντιζε να στέλνει στους «φίλους» του.

Οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να αγαπούσαν τα λαχανικά και γι’ αυτό να λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους ένα λαχανόκηπο. Βέβαια, αν θεωρήσουμε πως είναι αληθές αυτό που παρατήρησαν κάποιοι για το λαχανόκηπο του Αττάλου (πως, δηλαδή ενδιαφερόταν για τη δραστικότητα των φυτών), θα καταλάβουμε πως οι αρχαίοι δε λαχταρούσαν να έχουν στο σπίτι τους όλοι ένα λαχανόκηπο για τον ίδιο λόγο. Κάποιοι, -οι περισσότεροι- τους χρειάζονται για να τραφούν από αυτούς και να ζήσουν και άλλοι για να σκοτώσουν.

Βέβαια, τα λαχανικά ήταν απαραίτητα για τη ζωή τους.

Από τα λαχανικά όμως των αρχαίων τα κουκιά είτε βρασμένα, είτε ψημένα, είτε σε πουρέ (έτνος), ήταν το πιο αηδιαστικό φαγώσιμο, για τους οπαδούς του Πυθαγόρα. Κι όχι μόνο, τα κουκιά ήταν πρόβλημα και για τους Αιγύπτιους.

Τα υπόλοιπα όμως λαχανικά ήταν νόστιμα σε όλους, πιστεύω.

Νωγαλεύματα-μπαχαρικά.

Νωγαλεύματα έλεγαν οι αρχαίοι τα γλυκά φαγητά και γενικά κάθε λιχουδιά.

Οι Έλληνες φαίνεται να έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στα αρτύματα και στα διάφορα καρυκεύματα, που έδιναν πικάντικες γεύσεις στα φαγητά τους. Έτσι ένα σπίτι της Αθήνας φρόντιζε, να έχει πάντα στα ράφια του, αλάτι (άλας), ρίγανη (ορίγανο), ξύδι (όξος), θυμάρι (θύμον), σουσάμι (σύσαμο), σταφίδες, κάππαρη, αυγά, αλίπαστα, κάρδαμο, συκόφυλλα, κύμινο, ελιές, σίλφιο, πετιμέζι, σκόρδα και διάφορα άλλα.

Ένα μενού με ορεκτικά και γλυκίσματα που θα ενθουσίαζε και τους σημερινούς καλοφαγάδες.

Ένα γλύκισμα τους ήταν βέβαια οι μελόπιτες, τις οποίες, έλεγαν γενικά «μελιτούττα». Σε προτίμηση όμως είχαν κι ένα γλύκισμα από λιναρόσπορους και μέλι, τη «χρυσόκολλα». Ένα άλλο γλύκισμα που λεγόταν «έκχυτο» φτιαχνόταν από αλεύρι και τυρί ψημένο, μέσα σε καλούπια και ήταν περιχυμένο με κρασί μελωμένο.

Επίσης ένα άλλο γλύκισμα γινόταν με αλευρωμένο γάλα, που, όταν έμπαινε σε ειδικά κύπελλα, γαρνιρόταν με μέλι και πασπαλιζόταν με σουσάμι.

Οπωσδήποτε όμως τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν οι γαλατόπιτες.

Από τα καρυκεύματα, το πιο περιζήτητο αλλά και το πιο σπάνιο ήταν το μαύρο πιπέρι. Επίσης στόλιζαν τα φαγητά τους με σμύρνα, κάππαρη, ρίγανη, δυόσμο, κύμινο και διάφορα άλλα.

Όμως εκείνοι οι έμποροι που τολμούσαν να φέρουν στην Αθήνα πιπέρι ή άλλα μπαχαρικά, από τις αγορές της Ανατολής, κινδύνευαν να κατηγορηθούν σαν κατάσκοποι του βασιλιά των Περσών.

Αφού παρατηρείται ακόμη πως το πιπέρι είναι ξενικό όνομα, γιατί κανένα ελληνικό όνομα, εκτός από το μέλι, δεν τελειώνει σε «ι».

Παρόλα αυτά όμως βλέπουμε πως οι Έλληνες έχουν πλούτο μπαχαρικών και γλυκισμάτων.

Το Μέλι.

Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους.

Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες.

Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο.

Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι.

Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο.

Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπονδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών.

Καταλαβαίνουμε έτσι, μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του.

Τα φρούτα.

Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων.

Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς.

Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά.

Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό.

Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της.

Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα.

Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά.

Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια».

Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα.

Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα.

Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα».

Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα.

Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί.

Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα. Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι…». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή.

Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά.

Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια».

Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής.

Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους.

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων.

Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα. Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα». Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα.

Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας.

Τα κρασιά.

Το κρασί ήταν κάτι το απαραίτητο στα γεύματα των αρχαίων και βέβαια στα συμπόσια, όπου έρεε άφθονο. Όμως δεν έπιναν το κρασί όπως εμείς, αλλά νερωμένο, όχι μόνο με γλυκό αλλά και με θαλασσινό νερό, αφού απέφευγαν να το πίνουν, όπως φαίνεται, ανέρωτο (άκρατος οίνος, όπως το έλεγαν). Βέβαια, έδιναν μεγάλη σημασία στην αναλογία του νερού με το κρασί αφού τους ήταν πολύ αγαπητό και δεν έπρεπε να γίνει κανένα απολύτως λάθος.

Η αναλογία λοιπόν με το νερό ήταν, συνήθως, στο μισό ή τρία μέρη νερό και δύο κρασί. Το νερό, ανάλογα με την εποχή, ήταν χλιαρό ή κρύο.

Μερικές φορές έριχναν μέσα και παγάκια, που τα έφερναν από τα βουνά και τα διατηρούσανε μέσα σε άχυρα.

Βέβαια, το παγωμένο κρασί ήταν μια πολυτέλεια. Τα δροσερά πηγάδια, έτσι, ήταν σχεδόν απαραίτητα αφού χρησίμευαν, φυσικά, για ψυγεία και τα καλά σπίτια φρόντιζαν να έχουν τους ειδικούς κάδους (ψυκτήρες) όπου έβαζαν και χιόνι για να παγώνει, όχι μόνο το κρασί αλλά και το νερό.

Οι αρχαίοι, ακόμη, έβαζαν συχνά μέσα στα κρασιά τους και διάφορα αρώματα, όπως θυμάρι, μέντα, γλυκάνισο, δεντρολίβανο, μυρτιά, ακόμη και μέλι, αλλά ποτέ ρετσίνη. Ένα τόσο ευωδιαστό κρασί έπαιρνε και το χαρακτηριστικό του όνομα, το έλεγαν «τρίμα».

Ακόμη, έφτιαχναν το κρασί με διαφορετικούς τρόπους, από τους σημερινούς, γεγονός που δείχνει πόσο εξελίχθηκε με τα χρόνια η παρασκευή του κρασιού.

Ο τρύγος λοιπόν γινόταν με συνοδεία αυλού που ρύθμιζε τις κινήσεις κι ήταν, όπως άλλωστε και σήμερα, ένα πολυήμερο πανηγύρι.

Τα σταφύλια τα έβαζαν σε μέρος που να τα βλέπει καλά ο ήλιος, για να φύγει το νερό που είχαν μέσα τους. Ύστερα τα πατούσαν, πάλι με χορούς και τραγούδια, κι άφηναν το μούστο να βράσει πέντε μέρες, μέσα σ’ ένα μεγάλο πιθάρι, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος. Κατόπιν μάζευαν το γλυκό υγρό απ’ τον αφρό, που ήταν γεμάτο ζάχαρη, κι αποθήκευαν το μούστο σε πιθάρια που, πολλές φορές, τα έβαζαν μέσα στη γη. Τα σκέπαζαν και περίμεναν να μπει για καλά ο χειμώνας, για να τ’ ανοίξουν. Αρκετοί πάντως είχαν την υπομονή να περιμένουν μέχρι την άνοιξη, οπότε το κρασί ψηνόταν καλύτερα.

Ο τρύγος ήταν ένα από τ’ αγαπημένα θέματα για πολλούς αρχαίους. Αρκετοί συγγραφείς έχουν αφιερώσει στίχους και σ’ αυτόν.

Οι Αθηναίοι πάντως φρόντιζαν ν’ ανοίγουν τα πιθάρια τους την πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων, και ο κάθε νοικοκύρης, με το πρώτο κιόλας ποτήρι, έκανε σπονδή στο Διόνυσο, τον αγαπητό τους θεό, του κρασιού.

Ο κάθε τόπος στην αρχαία Ελλάδα είχε και το δικό του τρόπο παρασκευής του κρασιού.

Για να διατηρήσουν το μούστο, όμως, όλοι έριχναν μέσα και νερό αλατισμένο, όπως και διάφορα αρώματα. Και πολλές φορές έψηναν το μούστο σε σιγανή φωτιά.

Στη ρόδο και στην Κω όμως έβαζαν μέσα στο μούστο θαλασσινό νερό, γιατί πίστευαν ότι το κρασί που θα γίνει μ’ αυτό τον τρόπο δεν θα φέρει εύκολα τη μέθη και θα είναι πιο εύκολο στη χώνεψη.

Η μέθοδος αυτή έγινε αιτία να υποστηριχθεί, από κάποιους αρχαίους συγγραφείς, ότι, κατά το μύθο «φυγή του Διονύσου» στη θάλασσα σήμαινε κι ένα τρόπο οινοποιίας, που ήταν γνωστός από παλιά. Δηλαδή, η ανάμειξη του γλεύκους (μούστου), που εκπροσωπείται από το θεό Διόνυσο ή Βάκχο, με το θαλασσινό νερό.

Πολλοί μάλιστα -όπως ο Όμηρος- επαινούν και το κρασί του Μάρωνος από τη Θράκη γιατί βάζουν μέσα πολύ νερό.

Στην αρχαία Ελλάδα όμως τα γνωστότερα είδη κρασιού ήταν τέσσερα. Το άσπρο, το κιτρινωπό, το μαύρο και το κόκκινο.

Το άσπρο κρασί ήταν το ελαφρότερο, αρκετά χωνευτικό και διουρητικό, το κιτρινωπό, προς το ξανθό, είχε πιο ξινή γεύση, ενώ το μαύρο και το κόκκινο, που συνήθως είχαν γλυκιά γεύση, ήταν και τα πιο περιζήτητα.

Φυσικά τα παλιά κρασιά ήταν και τα καλύτερα, όπως άλλωστε και σήμερα. Γενικά πάντως πιστεύανε ότι όσο πιο παλιό είναι ένα κρασί τόσο πιο χωνευτικό και πιο ελαφρύ είναι.

Η αγάπη των αρχαίων για το κρασί ήταν μεγάλη, έτσι φρόντιζαν να υπάρχει τις περισσότερες φορές στο τραπέζι τους. Συγκεκριμένα πριν από το δείπνο ή το γεύμα, οι αρχαίοι ανακάτευαν το κρασί με το νερό σ’ ένα μεγάλο αγγείο, τον κρατήρα. Και οι δούλοι έπαιρναν το κρασί απ’ τον κρατήρα με μακριές κουτάλες, πήλινες, ξύλινες ή μεταλλικές, αλλά και με μια κανάτα μπορούσαν να γεμίσουν τα κύπελλα ή ποτήρια των καλεσμένων σε ένα τραπέζι.

Το κρασί αφού ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους χρησίμευε βέβαια και για τις σπονδές, στις διάφορες θρησκευτικές τελετές. Μερικές φορές όμως η λατρεία ορισμένων θεοτήτων απέκλειε το κρασί, οπότε οι σχετικές σπονδές γίνονταν ακόμη και με γάλα! Είχαν όπως φαίνεται και τις προλήψεις τους όταν έπιναν ή χρησιμοποιούσαν το κρασί.

Το γεγονός όμως ότι οι Έλληνες αγαπούσαν τόσο πολύ το κρασί εξηγεί το λόγο για τον οποίο υπήρχαν τόσοι σπουδαίοι κρασότοποι στην Ελλάδα.

Το χιώτικο κρασί, παράδειγμα, που τ’ ονόμαζαν «αριούσιο», ήταν από τα ακριβότερα κρασιά στο εμπόριο και είχε μεγάλη φήμη. Όπως και το κρασί της Λέσβου που θεωρείται πολύ καλό. Καλά κρασιά ήταν ακόμη, τα κρασιά της Μυτιλήνης που οι Μυτιληναίοι τους έδιναν γλυκιά γεύση και τα ονόμαζαν πρόδρομα (τα πρώιμα) και πρότροπα (από απάτητα σταφύλια). Πασίγνωστα ήταν ακόμη τα κρασιά της Μένδης (παραλία πόλης της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης) όπου ράντιζαν τα σταφύλια, πάνω στα κλήματα, με το ελατήριο ή καθάρσιο (χυμός από άγρια αγγούρια) για να βγει μαλακό το κρασί. Και τέλος σε σπουδαία ζήτηση ήταν το κρασί της Ικαρίας που λεγόταν πράμνιο και δεν ήταν ούτε γλυκό, ούτε παχύ, αλλά στυφό και άγριο, με ιδιαίτερα εξαιρετική οσμή.

Τα κορινθιακά κρασιά αντίθετα όμως δεν ήταν σε ζήτηση γιατί όπως έλεγαν ήταν κρασιά βασανιστήρια και παράξενα.

Καλή φήμη δεν είχε όμως και το κρασί που φτιαχνόταν στα περίχωρα της Κερυνίας της Αχαΐας, αφού δημιουργούσε προβλήματα στις εγκύους.

Αλλά και για το κρασί της Θάσου λεγόταν πως καταπολεμούσε την αϋπνία, αλλά έφερνε και ύπνο!

Παρόλα αυτά τα καλύτερα κρασιά όπως υποστήριζαν και οι Ρωμαίοι ήταν τα ελληνικά, και από τα πιο περίφημα, του κυρίως ελληνικού χώρου, ήταν της Πεπαρήθου (Σκοπέλου), της Νάξου, της Λήμνου, της Ακάνθου (Θράκης), της Ρόδου και, από τα μικρασιατικά, της Μιλήτου.

Εκτός της κυρίως Ελλάδας ξεχώριζαν ακόμη το «χαλυβώνιο» κρασί της Δαμασκού, με κύριο προμηθευτή τη βασιλική αυλή της Περσίας, καθώς και τα φοινικικά κρασιά.

Περίεργο πάντως είναι το γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες αγνοούσαν ή απέφευγαν το ζύθο, το εθνικό ποτό των Αιγυπτίων, που γινόταν από κριθάρι ή σίκαλη και από χουρμάδες, παρά τις τόσες συναλλαγές που είχαν.

Πάντως, η αρχαία Ελλάδα όπως φαίνεται είχε μεγάλη ποικιλία κρασιών, έτσι, επόμενο ήταν τα κρασιά να παίρνουν μια από τις πρώτες θέσεις στις αγορές του αρχαίου κόσμου.

Η μεγάλη αυτή ποικιλία κρασιών οδήγησε πρώτα τους Έλληνες και στη συνέχεια τους Ρωμαίους να ιδρύσουν τα «εμπορεία», όπου μπορούσε κανείς ν’ ανταλλάξει σκλάβους με τα καλύτερα κρασιά.

Πολλές περιοχές που είχαν άφθονα κρασιά φρόντιζαν για την εξαγωγή τους.

Όσα κρασιά ήταν να περάσουν στο εμπόριο φυλάγονταν μέσα σε μεγάλα και κατάλληλα πιθάρια, ενώ τα σπιτικά κρασιά ή όσα πήγαιναν στην κοντινή αγορά τα έβαζαν σε ασκούς από χοιρινά ή κατσικίσια δέρματα.

Τα πιθάρια είχαν πάνω τους και μία ειδική σφραγίδα με τ’ όνομα του εμπόρου καθώς και των τοπικών αρχόντων της περιοχής.

Η εισαγωγή και η εξαγωγή όμως των κρασιών ήταν κανονισμένες, κυρίως στο νησί Θάσο, με ειδικούς νόμους που τιμωρούσαν τις απάτες και νοθείες, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πραγματικό «προστατευτισμό».

Μέσα από όλα αυτά καταλαβαίνουμε πως το κρασί αντιπροσώπευε τους αρχαίους Έλληνες και αυτοί το λάτρευαν αφού ήταν απαραίτητο για τη ζωή τους.

Το κυνήγι.

Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι… πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι.

Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια!

Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία.

Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π.

Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά.

Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα.

Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων.

Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του.

Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.

Και, πραγματικά, γνώρισα καλύτερα όχι μόνο τις διατροφικές επιλογές των αρχαίων Ελλήνων αλλά και τον τρόπο ζωής τους, γιατί πιστεύω πως μέσα από τη διατροφή κάποιου λαού μπορείς να καταλάβεις, λιγότερο ή περισσότερο, και τις καθημερινές του συνήθειες.

 Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Ρώμη, 22 Ιουνίου 1633 – Η καταδίκη του Γκαλιλέο Γκαλιλέι




Τον Ιούνιο του 1633, ύστερα από δίκη που διάρκεσε περίπου δύο μήνες, η Αγία Έδρα καταδίκασε τον Γαλιλαίο για τις θέσεις που υποστήριξε εντός του Διαλόγου του, επιβάλλοντας του τον αφορισμό και απαγορεύοντάς του να ασχοληθεί περαιτέρω με την αστρονομία. Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρει την καταδίκη και την αιτιολόγησή της.

Δικαστήριο της Ιερός Εξέτασης

Καταδικαστική απόφαση

Ρώμη, 22 Ιουνίου 1633

Εμείς, ο Γκασπάρο με τον τίτλο του Αγίου Σταυρού στην Ιερουσαλήμ Βοργία, ο αδελφός Φελίτσε Τσεντίνο με τον τίτλο της Σάντα Αναστάζια, ο επονομαζόμενος ντ’ Άσκολι, ο Γκουίντο με τον τίτλο της Σάντα Μαρία ντελ Πόπολο Μπενιβόλιο, ο αδελφός Ντεζιντέριο Σκάλια με τον τίτλο του Σαν Κάρλο, ο επονομαζόμενος της Κρεμόνα, ο αδελφός Αντόνιο Μπαρμπερίνο, ο επονομαζόμενος ντι Σαν Ονόφριο, ο Λαουντίβιο Ζάκια με τον τίτλο του Σαν Πιέτρο του Βίνκολι, ο επονομαζόμενος Σαν Σίστο, ο Μπερλινγκέρο με τον τίτλο του Σαν Αγκοστίνο Τζέσο, ο Φαμπρίτσιο με τον τίτλο του Σαν Λορέντσο του Πάνε και Πέρνα Βεροσπίο, οι επονομαζόμενοι Ιερείς, ο Φραντσέσκο με τον τίτλο του Σαν Λορέντσο του Νταμάσο Μπαρμπερίνο, και ο Μάρτσιο της Σάντα Μαρία Νόβα Τζινέτο, διάκονοι, μέσω της φιλευσπλαχνίας του θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, σε ολόκληρη τη χριστιανική επικράτεια ενάντια στην αιρετική διαφθορά τιθέμεθα γενικοί Ιεροεξεταστές της Αγίας Αποστολικής Έδρας, ειδικά εκλεγμένοι.


O Γαλιλαίος στην Ιερά εξέταση -Joseph-Nicolas Robert-Fleury – 1847

Εσύ, Γκαλιλέο, πρωτότοκε γιε του Βιντσέντσο Γκαλιλέι, εκ Φλωρεντίας, σε ηλικία 70 ετών, καταγγέλθηκες το 1615 σε αυτή την Αγία Έδρα, πως υποστήριξες ως αληθινό ένα κίβδηλο δόγμα, το οποίο διδάσκεται από ορισμένους, σύμφωνα με το οποίο ο Ήλιος είναι το κέντρο του κόσμου και ακίνητος, και ότι η Γη κινείται επίσης ημερησίως, πως είχες μαθητές στους οποίους δίδασκες το ίδιο δόγμα, πως σχετικά με αυτό είχες αλληλογραφία με ορισμένους μαθηματικούς της Γερμανίας, πως είχες δώσει στον Τύπο ορισμένες επιστολές με τον τίτλο Περί των ηλιακών κηλίδων, στις οποίες εξηγούσες το ίδιο δόγμα ως αληθινό, πως στις αντιρρήσεις που σου προβάλλονταν κατά καιρούς, με βάση την Αγία Γραφή, απαντούσες χλευάζοντας τη Γραφή.

Ακολούθως παρουσιάστηκε ένα αντίγραφο γραπτού σου, υπό μορφή επιστολής, το οποίο λεγόταν πως γράφηκε από εσένα προς έναν από τους εν λόγω μαθητές σου, και σε αυτό, ακολουθώντας τη θέση του Κοπέρνικου περιέχονται διάφορες προτάσεις ενάντια στο πραγματικό νόημα και την αυθεντία της Αγίας Γραφής, θέλοντας γι’ αυτόν τον λόγο το Ιεροδικείο να προνοήσει για την αταξία και τη βλάβη που προερχόταν απ’ όλα αυτά και αυξανόταν ολοένα και περισσότερο με την προκατάληψη της Αγίας Έδρας, της εντολής του Κυρίου ημών και των Εξοχότατων και Σεβασμιότατων Καρδιναλίων της Ανώτατης και Οικουμενικής Ιεράς Εξέτασης, καταρτισμένοι θεολόγοι γνωμοδότησαν ως προς τις δύο προτάσεις της σταθερότητας του Ήλιου και της κίνησης της Γης, ως εξής:

Το ότι ο Ήλιος είναι το κέντρο της Γης και αδρανής ως προς την τοπική κίνηση είναι μια παράλογη πρόταση, εσφαλμένη φιλοσοφικά και αιρετική μορφολογικά, για να εκφραστεί ενάντια στην Αγία Γραφή.

Το ότι η Γη δεν βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου και δεν είναι ακίνητη, αλλά ότι κινείται επιπροσθέτως σε ημερήσια κίνηση, είναι ομοίως μια παράλογη πρόταση, εσφαλμένη φιλοσοφικά και αιρετική μορφολογικά, και στη θεολογία θεωρείται τουλάχιστον εσφαλμένη ως προς το σκέλος της πίστης.




θέλοντας όμως να προβούμε με καλοσύνη όσον αφορά εσένα, διακηρύχθηκε από την Ιερά Σύνοδο που διεξήχθη ενώπιον του Κυρίου ημών στις 25 Φεβρουάριου 1616, ότι ο Εξοχότατος Καρδινάλιος Μπελαρμίνο διατάσσει εσένα να εγκαταλείψεις ολοσχερώς την προαναφερθείσα εσφαλμένη άποψη, και να την αποποιηθείς, η αποστολή της Αγίας Έδρας διατάσσει να σου γίνει δίδαγμα να εγκαταλείψεις το προαναφερθέν δόγμα, και σου απαγορεύει να το διδάσκεις σε άλλους και να το υπερασπίζεσαι και να το διαπραγματεύεσαι, και αν δεν συμμορφωθείς με αυτή την εντολή, θα τιμωρηθείς με φυλάκιση.

Και είσαι υποχρεωμένος για την εκτέλεση αυτής της εντολής, από την επόμενη ημέρα της ανακοίνωσής της, στο μέγαρο της δικαιοσύνης παρουσία του προαναφερθέντος Εξοχότατου Καρδινάλιου Μπελαρμίνο, εφόσον από τον ίδιο τον Κύριο Καρδινάλιο της Αγίας Έδρας σού ανακοινώθηκε η εντολή, παρουσία του νοτάριου και των μαρτύρων, ότι πρέπει να εγκαταλείψεις αυτή την εσφαλμένη γνώμη ολοσχερώς, και ότι στο μέλλον δεν μπορείς ούτε να την εκφράζεις ούτε να την υποστηρίζεις ούτε να τη διδάσκεις με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε προφορικώς ούτε γραπτώς: και αφού υποσχεθείς ότι θα υπακούσεις, θα σου δοθεί η άδεια να φύγεις.

Και αφού αποκρουστεί αυτό το ολέθριο δόγμα και δεν πάει παρακάτω έρποντας σε σοβαρή παρανόηση της Καθολικής αλήθειας, θεσπίστηκε διάταγμα από την Ιερά Σύνοδο που ορίζει ότι απαγορεύονται τα βιβλία που πραγματεύονται αυτό το δόγμα, και αυτό διακηρύσσεται εσφαλμένο και συλλήβδην αντίθετο με την Αγία και θεία Γραφή.

Επίσης εδώ παρουσιάστηκε πρόσφατα ένα βιβλίο, το οποίο τυπώθηκε στη Φλωρεντία το προηγούμενο έτος, η αναγραφή του οποίου υποδείκνυε εσένα ως συγγραφέα του, με τον τίτλο Διάλογος του Γκαλιλέο Γκαλιλέι περί των δύο Μεγίστων Συστημάτων του κόσμου, του Πτολεμαϊκού και του Κοπερνίκειου. Και πληροφορηθήκαμε από την Ιερά Σύνοδο ότι με τη διάδοση αυτού του βιβλίου κάθε μέρα εδραιωνόταν και διαδιδόταν η εσφαλμένη άποψη σχετική  με την κίνηση της γης και τη σταθερότητα του Ηλίου

Το -εν λόγω βιβλίο διερευνήθηκε επιμελώς, και σε αυτό εντοπίστηκε η υπέρβαση της προαναφερθείσας εντολής που  σου δόθηκε, καθώς στο βιβλίο αυτό υπερασπίζεσαι την ήδη καταδικασμένη άποψη που διακηρύχθηκε ενώπιον σου, και με διάφορες περιστροφές επιχειρείς να πείσεις ότι την αφήνεις ως μη οριστική και ανοικτά πιθανή, γεγονός που είναι μέγιστο σφάλμα, καθώς δεν μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να είναι πιθανή μια άποψη που διακηρύσσεται και ορίζεται ως αντίθετη με τη θεία Γραφή,

Για τον λόγο αυτόν καλείσαι σε αυτό το Ιεροδικείο, πιο οποίο με δική σου κρίση, αφού εξετάσεις αυτό το βιβλίο, θα αναγνωρίσεις πως συντέθηκε από εσένα και δόθηκε προς εκτύπωση.

Ομολόγησε ότι, δέκα ή δώδεκα χρόνια πριν περίπου, αφότου διατύπωσες την εν λόγω θεωρία, άρχισες να γράφεις το εν λόγω βιβλίο.
Ομολόγησε ότι αναζήτησες δυνατότητες να το τυπώσεις, χωρίς ωστόσο να επισημάνεις ποιοι σου έδωσαν αυτές τις δυνατότητες, ότι είχες εντολή να μην εκφράζεις, ούτε να υποστηρίζεις ούτε να διδάσκεις με οποιονδήποτε τρόπο το δόγμα αυτό.
Ομολόγησε ομοίως ότι η γραφή αυτού του βιβλίου είναι σε ορισμένα σημεία τόσο εκτεταμένη με τέτοια μορφή, που ο αναγνώστης θα μπορούσε να διαμορφώσει την εντύπωση ότι τα θέματα που είναι εσφαλμένα εκφράστηκαν έτσι, ότι περισσότερο λόγω της αποτελεσματικότητάς τους είναι ικανά να δεσμεύσουν και δεν είναι εύκολο να λυθούν.
Απολογήσου ότι υπέπεσες σε τόσο ξένο προς την πρόθεσή σου σφάλμα, όπως είπες, γράφοντας σε διάλογο και συναινώντας φυσικά ότι κάποιος έχει τις δικές του αποχρώσεις και δείχνει πιο οξυδερκής από τους κοινούς ανθρώπους όταν βρίσκει, ακόμα και μέσα από εσφαλμένες προτάσεις, ευφυείς και προφανείς λόγους με κάποια πιθανότητα.

Πορτρέτο του Galileo Galilei (1564-1642), Φυσικός, Μαθηματικός, Αστρονόμος και Φιλόσοφος -Allan Ramsay – 1757

Και σου δόθηκε μια αρμόζουσα διορία για να ετοιμάσεις την υπεράσπισή σου, εσύ προσκόμισες ένα πιστοποιητικό με τον γραφικό χαρακτήρα του Εξοχότατου κυρίου Καρδινάλιου Μπελαρμίνο, με το οποίο, όπως ισχυρίστηκες, ήθελες να υπερασπιστείς τον εαυτό σου έναντι των συκοφαντιών των εχθρών σου, που σε κατηγορούσαν ότι αφορίστηκες και τιμωρήθηκες από την Αγία Έδρα, καθότι στο εν λόγω πιστοποιητικό δηλώνεται ότι δεν είχες αφορισθεί ούτε τιμωρηθεί, παρά μόνο η δήλωση από την Αγιότητά του που είχε δημοσιευθεί στην Ιερά Σύνοδο, στην οποία δηλώνεται ότι το δόγμα σχετικά με την κίνηση της Γης και της σταθερότητας του Ήλιου είναι αντίθετο προς τις Άγιες Γραφές, γι’ αυτό δεν μπορεί ούτε να υποστηριχθεί ούτε να στηριχθεί.

Και, καθώς σε αυτό το πιστοποιητικό δεν εμπεριέχεται αναφορά και στις δύο προτάσεις της αγωγής, δηλαδή στη φράση που αφορά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο διδασκαλία, ισχυρίστηκες πως πρέπει να πιστέψουμε ότι κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων και δεκαέξι ετών είχες χάσει κάθε μνήμη, γι αυτό δεν ανέφερες κάτι σχετικά στην αγωγή όταν ζήτησες άδεια να τυπώσεις το βιβλίο σου.

Και όλα αυτά δεν τα είπες για να απολογηθείς για το σφάλμα σου, αλλά οφείλονται περισσότερο σε ματαιόδοξη φιλοδοξία παρά σε κακοβουλία. Το πιστοποιητικό του όμως που το προσκόμισες προς υπεράσπισή σου, επιβάρυνε περισσότερο την ενοχή σου, καθότι, παρόλο που σε αυτό δηλώνεται ότι μια τέτοια άποψη είναι ενάντια στην Αγία Γραφή, δεν τόλμησες ωστόσο να την υπερασπιστείς και να επιχειρηματολογήσεις σχετικά με αυτήν. Ούτε η άδεια την οποία εντέχνως και δολίως απέσπασες σε εξασφαλίζει, εφόσον δεν επισήμανες την εντολή που σου είχε δοθεί.

Και καθώς μας φάνηκε ότι δεν είχες πει την πλήρη αλήθεια όσον αφορά τις προθέσεις σου, σκεφτήκαμε ότι ήταν απαραίτητο να σε υποβάλουμε σε αυστηρή εξέταση. Στην οποία ωστόσο χωρίς καμία προκατάληψη όσον αφορά τα όσα ομολόγησες και αντέταξες, όπως προαναφέρθηκε, σχετικά με τις προθέσεις σου, απάντησες σαν σωστός Καθολικός.

Έτσι, αφού είδαμε και λάβαμε ώριμα υπόψη την αξία της υπόθεσής σου, με τις προαναφερθείσες ομολογίες και επεξηγήσεις σου και όλα όσα δικαίως έπρεπε να εξεταστούν και να ληφθουν υπόψη, καταλήξαμε στην κάτωθι υπογεγραμμένη καταδίκη.

Επικαλούμενοι, ως εκ τούτου, το ιερότατο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της δοξασμένης Μητέρας του, της Παρθένου Μαρίας, μέσω αυτής της τελικής καταδίκης, στην οποία συνεδρίασαν προς κρίση μαζί με τη Σύνοδο και την αρωγή των Σεβασμιότατων Διδασκάλων της ιεράς θεολογίας και Διδασκάλων και. των δύο νόμων, ως συμβούλων, συμβάλλουμε με αυτά τα έγγραφα στην υπόθεση και στις σχετικές κατηγορίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον μας, μεταξύ του Μεγαλοπρεπούς Κάρλο Σιντσέρι, Διδασκάλου και των δύο νόμων, φορολογικού εισαγγελέα της αγίας Έδρας, από τη μία πλευρά, και εσού, Γκαλιλέο Γκαλιλέι, του προαναφερθέντος, από την άλλη. Αποφαινόμαστε, αναγγέλλουμε, καταδικάζουμε και δηλώνουμε ότι εσύ, ο προαναφερθείς Γαλιλαίος, λόγω των στοιχείων που οδήγησαν στη δίκη, και όσων ομολόγησες σχετικά, έθεσες τον εαυτό σου στην κρίση αυτής της Αγίας Έδρας με τη σφοδρή υποψία της αίρεσης, δηλαδή ότι στήριξες και πίστεψες ένα εσφαλμένο δόγμα και αντίθετο προς τις Ιερές και θείες Γραφές, ότι ο Ήλιος είναι το κέντρο της Γης και ότι δεν κινείται από την Ανατολή προς τη Δύση, και ότι η Γη κινείται και δεν είναι το κέντρο του κόσμου, και ότι μπορεί να στηρίξει κανείς και να υπερασπιστεί ως πιθανή μια γνώμη αφότου αυτή κηρυχθεί και οριστεί ως αντίθετη προς την Αγία Γραφή.

Κατά συνέπεια, έχεις υποστεί όλες τις λογοκρισίες και τις ποινές που έχουν επιβληθεί και γνωστοποιηθεί από τους ιερούς κανόνες και άλλους θεσμούς, γενικούς και ειδικούς, ενάντια σε τέτοιους παραβάτες. Για τον λόγο αυτόν, είμαστε σε θέση να σου δώσουμε άφεση, υπό τον όρο, πρώτα, με ειλικρίνεια στην καρδιά σου και απροσποίητη πίστη, ενώπιον μας, να αποκηρύξεις, να καταραστείς και να αποστραφείς τα προαναφερθέντα σφάλματα και τις προαναφερθείσες αιρέσεις και κάθε άλλο σφάλμα και κάθε αίρεση ενάντια στην Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, με τρόπο και μορφή που θα σου υποδείξουμε.

Και προκειμένου αυτό το σοβαρό και επιζήμιο σφάλμα σου και παράβαση να μην παραμείνουν ατιμώρητα και να είσαι περισσότερο προσεκτικός στο μέλλον και να αποτελέσεις παράδειγμα για τους άλλους ώστε να απόσχουν από παρόμοιες παραβάσεις, διατάζουμε το βιβλίο «Διάλογοι του Γκαλιλέο Γκαλιλέι» να απαγορευθεί με δημόσιο διάταγμα.

Σε καταδικάζουμε στην τυπική φυλάκιση από αυτή την Αγία Έδρα σύμφωνα με την κρίση μας και ως εξιλαστήρια μετάνοια ορίζουμε επί τριετία να έρχεσαι μία φορά την εβδομάδα και να επαναλαμβάνεις τους επτά ψαλμούς μετανοίας. Διατηρούμε την ελευθερία να περιορίσουμε, τροποποιήσουμε ή αποσύρουμε πλήρως ή μέρος των προαναφερθεισών ποινών και μετανοιών.

Ούτως αποφαινόμαστε, διακηρύττουμε, καταδικάζουμε, διατάσσουμε, εντελλόμαστε και εξασφαλίζουμε με αυτόν και με κάθε δυνατό τρόπο και μορφή αυτό που δικαίως μπορούμε και οφείλουμε.

Ούτως κηρύττουμε οι κάτωθι υπογεγραμμένοι Καρδινάλιοι:

F. Cardinalis de Asculo

G. Cardinalis Bentivolus

Fr. D. Cardinalis Cremona

Fr. Ant. s Cardinalis S.Honuphrii

B. Cardinalis Gipsius

F. Cardinalis Verospius

M. Cardinalis Ginettus

G. Galileo, Opere, επιμέλεια Fernando Flora, Ricciardi, Torino -1953

Umberto Eco Riccardo Fedriga – Η ιστορία της φιλοσοφίας




πηγή Αντικλείδι , https://antikleidi.com




Δευτέρα, 20 Απριλίου 2020

Η ιουδαϊκή προέλευση της χριστιανικής ανάστασης.



Έτος 170 μ.α.χ.χ.
Οι περιοχές που κυριαρχούσε ο «Μονοθεϊσμός», ήσαν γεμάτες από θαυματοποιούς, αλλά και περιφερόμενους «εξορκιστές» (Μάρκου 9.38, Λουκά 9.49, Πράξεις, 19. 13-19), που περιέργως χρησιμοποιούσαν κατά την μαγική τους πράξη το πασπαρτού (passe-partout) όνομα «Ιεσού».

Αυτό το όνομα αναφέρονταν προφανώς στον «ομώνυμο» μαθητή του ραββίνου και «νασί» Γιεχοσουά Μπεν Περακγιάχ, που κατέγραψαν αργότερα οι ταλμουδιστές στο «Sanhedrin» της Γκεμάρας (107b).

Ο συγκεκριμένος, είχε ανασταυρωθεί στα μέσα του 1ου π.α.χ.χ. αιώνα, την παραμονή ενός ιουδαϊκού Πεσάχ, ως ένοχος «μαγείας».

Στην γλώσσα των μονοθεϊστών θεοκρατών της εποχής, η λέξη «Ιεσού» ήταν ακρωνύμιο (γε–σ–ου) του «γεμάχ σεμό ουεζιχρό» («να διαγραφεί το όνομα και η ανάμνησή του»), σε ελεύθερη απόδοση «ο ακατανόμαστος».

Οι τσαρλατάνοι «εξορκιστές» το χρησιμοποιούσαν βεβαίως αντί ενός υποτιθεμένου «αρρήτου ονόματος» του Ιαχωβά, για να αυξάνουν το «κύρος» της τέχνης τους στα μάτια των αδαών.

Το κατ΄ευφημισμό λοιπόν «Πάσχα των Ελλήνων» στην ουσία γιορτάζει έναν καταδικασμένο για «μαγεία» τσαρλατάνο που εκτελούσε «θαύματα» στην έρημο της Ιουδαίας.

Οι πραγματικοί Έλληνες, αυτοί δηλαδή που προϋπήρξαν του γυρολόγου εξορκιστή και συνεχίζουν να υπάρχουν έως σήμερα, δεν γιορτάζουν ούτε εκτελεσθέντες εξορκιστές, ούτε το όργανο θανάτωσης αυτών.

Ο ΕΘνικός Ελληνισμός εορτάζει την επιφάνεια της Ανθείας Θεάς Αφροδίτης και την Ανάσταση της ολάνθιστης Φύσης.


***Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά
Εξελληνισμός
Η επαφή Ελληνισμού–Ιουδαϊσμού από την εποχή του Αλεξάνδρου έως την Ύστερη Αρχαιότητα

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020

Η φιλία κατά τον Αριστοτέλη: Τρία τα είδη της, μόνο το ένα αξίζει πραγματικά



Σε ηλικία 17 ετών, ο Αριστοτέλης γράφτηκε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στην οποία θα έμενε 
για 20 χρόνια. Ο νεαρός Αριστοτέλης θα γινόταν ο καλύτερος μαθητής της Ακαδημίας 
που ιδρύθηκε από τον άνθρωπο που έμεινε στην ιστορία ως ο πατέρας της φιλοσοφίας. 
Είχε, βλέπετε, την τάση να κάνει πολλές ερωτήσεις και να απαντά σε ακόμα περισσότερες.
Η ακριβής χρονολογία της αναχώρησής του από την Ακαδημία είναι αμφιλεγόμενη, αλλά εικάζεται 
πως έφυγε λίγο μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, καθώς δεν του άρεσε η νέα τάξη των πραγμάτων στη 
σχολή, μετά τη «φυγή» του δασκάλου του. 
Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν, θα διαφωνούσε με πολλές από τις βασικές ιδέες του.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσα ακριβώς έγραψε ο Αριστοτέλης, αλλά ακόμα και από αυτό το 
μέρος της δουλειάς του που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, είναι ασφαλές να συμπεράνουμε πως το 
εύρος των θεμάτων που ασχολήθηκε, είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Όλα τα πεδία, επιστημονικά και
μη, από την αστρονομία και τη φυσική, μέχρι την ηθική και τα οικονομικά, έχουν επηρεαστεί 
από τον Αριστοτέλη. Για παραπάνω από 2.000 χρόνια μετά τον θάνατό του, έχει κατορθώσει να 
παραμείνει ένας από τους πιο γνωστούς στοχαστές της ιστορίας.
Ενώ, λοιπόν, η επιρροή του είναι φανερή σε πολλά θέματα της σημερινής εποχής, κάποιες από τις πιο 
εύστοχες παρατηρήσεις του σχετίζονται με τη φιλία. Έβλεπε τη φιλία ως μία από τις πραγματικές χαρές 
της ζωής και θεωρούσε πως για να ζήσει κάποιος μια ευτυχισμένη ζωή, χρειάζεται μια πραγματική 
φιλία. Με δικά του λόγια:
«Η φιλία είναι ένα είδος αρετής ή τουλάχιστον συνυφασμένη με την αρετή. Εκτός όμως απ΄ αυτό, η 
φιλία είναι και πράγμα πάρα πολύ αναγκαίο στη ζωή του ανθρώπου, γιατί κανείς δεν θα προτιμούσε να 
ζει χωρίς φίλους, έστω κι αν έχει στην κατοχή του όλα τα άλλα αγαθά. Γι΄αυτό ακόμα και οι πλούσιοι και
 εκείνοι που κατέχουν αξιώματα και πολιτική εξουσία, πιστεύουν ότι η παρουσία φίλων είναι πολύ
 μεγάλη ανάγκη. Εξάλλου οι άνθρωποι στη φτώχεια και στις άλλες δυστυχίες τους, πιστεύουν ότι
 το μόνο καταφύγιο είναι οι φίλοι. Επιπλέον, οι φίλοι συνδράμουν τους νέους, ώστε να τους αποτρέψουν
 από τα λάθη, και, προκειμένου, για τους μεγάλους στην ηλικία, τους φροντίζουν και αναπληρώνουν τις 
δυνάμεις που τους λείπουν. Δύο πηγαίνουν μαζί, διότι και οι δυο είναι πιο ικανοί να κατανοήσουν από 
κοινού και να ενεργήσουν».
Οι συμπτωματικές φιλίες
Ο Αριστοτέλης υπογράμμισε δύο συνηθισμένα είδη φιλίας που βασίζονται περισσότερο στη 
σύμπτωση, παρά στην πρόθεση.
1) Φιλία ωφελιμότητας
Η πρώτη είναι η φιλία που βασίζεται στην ωφελιμότητα. Σε αυτό το είδος φιλίας, τα δύο μέρη δεν 
τρέφουν αληθινά φιλικά συναισθήματα, αλλά διατηρούν τη σχέση τους γιατί αποκομίζουν οφέλη
Αυτή η φιλία, δεν είναι μόνιμη. Όταν τελειώνουν τα οφέλη, συνήθως τελειώνει και η φιλία. Ο 
Αριστοτέλης παρατήρησε πως αυτή η σχέση είναι πιο συνηθισμένα ανάμεσα σε άτομα μεγαλύτερης 
ηλικίας.
Ένα σωστό παράδειγμα τέτοιας φιλίας, είναι οι σχέσεις που φτιάχνουμε με συνάδελφους στη δουλειά. 
Μπορεί όντως να περνάμε καλά μαζί, αλλά μόλις η κατάσταση αλλάξει, συνήθως αλλάζει και η φύση της
 σχέσης μας.
2) Φιλία απόλαυσης
Αντίστοιχα, το δεύτερο είδος συμπτωματικής φιλίας βασίζεται στην απόλαυση. Αυτό, όμως, 
είναι πιο συνηθισμένο σε νεαρούς ανθρώπους. Είναι το είδος φιλίας που παρατηρείται ανάμεσα σε 
συμμαθητές, συμφοιτητές και άτομα που ανήκουν στην ίδια αθλητική ομάδα.
Η πηγή της φιλίας είναι πιο συναισθηματική, αλλά ταυτόχρονα, είναι το είδος της φιλίας που συνήθως 
κρατάει λιγότερο. Μόλις τα ενδιαφέροντα των φίλων πάψουν να είναι κοινά, σταματάει και η απόλαυση 
και κατά επέκταση, η φιλία. Συνήθως, αυτό συμβαίνει, επειδή μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε και αλλάζουμε.
Οι περισσότερες φιλίες, ανήκουν σε αυτές τις δύο κατηγορίες και ενώ ο Αριστοτέλης ποτέ δεν τις 
χαρακτήρισε με αρνητικό τρόπο, πίστευε πως το μικρό βάθος τους περιόριζε την ποιότητά τους.
Είναι καλό, για την ακρίβεια, είναι απαραίτητο, να έχουμε συμπτωματικές φιλίες, αλλά μπορούμε να 
τα πάμε ακόμα καλύτερα.
Η φιλία της αρετής και του αγαθού
Η τελευταία μορφή φιλίας που κατέγραψε ο Αριστοτέλης είναι η καλύτερη από όλες. Αντί να 
βασίζεται στο συμφέρον ή στην απόλαυση, το τρίτο είδος φιλίας βασίζεται στην κοινή εκτίμηση των 
αρετών και των ιδανικών, ανάμεσα στα δύο μέρη. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι αξίες, 
τις οποίες αντιπροσωπεύουν που αποτελούν το κίνητρο διατήρησης των φιλικών δεσμών.
Συνήθως, αυτή η φιλία κρατάει μέχρι τέλους, αλλά για τη δημιουργία της απαιτείται η ύπαρξη ενός 
βασικού επίπεδου καλοσύνης στο καθένα από τα δύο άτομα. Σαν να μην έφτανε αυτό, απαιτούν 
χρόνο και εμπιστοσύνη για να σφυρηλατηθούν σωστά.
Οι άνθρωποι που δεν έχουν ενσυναίσθηση και δεν νοιάζονται για τον συνάνθρωπό τους συχνά 
αποτυγχάνουν να αναπτύξουν τέτοιες σχέσεις και καταλήγουν στα πρώτα δύο είδη φιλιών. Ο κάθε 
άνθρωπος έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει αυτό το επίπεδο φιλίας με κάποιον που ξέρει πολύ 
καλά, τον έχει δει στη χειρότερη φάση της ζωής του και έπειτα τον είδε να την ξεπερνάει. Το ίδιο 
πράγμα ισχύει και για φίλους που αντιμετώπισαν και ξεπέρασαν μαζί τις ίδιες δυσκολίες.
Πέρα από το βάθος και την οικειότητα που προκύπτει σε αυτές τις σχέσεις, η ομορφιά τους κρύβεται 
και στο γεγονός πως συμπεριλαμβάνουν τα πλεονεκτήματα και από τα δύο προηγούμενα είδη 
φιλίας. Είναι ωφέλιμες και απολαυστικές.
Όταν σέβεσαι τον άλλον και νοιάζεσαι για το καλό του, χαίρεσαι και μόνο που είσαι μαζί του, μπορείτε 
να βρείτε πράγματα που θα διασκεδάσουν και τους δύο σας, αλλά και να βοηθήσετε ο ένας τον άλλον.
Αυτές οι σχέσεις απαιτούν χρόνο και προσπάθεια, αλλά όταν ανθίσουν, οι καρποί τους είναι η 
εμπιστοσύνη, ο θαυμασμός και το δέος, δηλαδή οι πιο γλυκοί καρποί που έχει να μας προσφέρει η ζωή.

***



Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

Οι νόμοι από τον Δία εις τον Μίνωα και η "αντιγραφή" των χριστιανών.





Ελληνική Προϊστορία
Οι νόμοι από τον Δία [Θεό] εις τον Μίνωα
Ο Μίνωας ο Α’ κάθε εννέα χρόνια επήγαινε εις το σπήλαιο εις το οποίο είχε γεννηθεί ο Δίας, εις το όρος της Ίδης όπου εκεί συναντούσε τον Δία και του παρέδιδε τους νέους νόμους που έπρεπε να θεσπίσει, για να κυβερνήσει δίκαια τους υπηκόους του. Κατ’ άλλους λέγεται ότι επήγαινε εκεί προσμένοντας την «επιφοίτηση» από τον Δία. Αναφέρεται εις τον Μίνωα και τους νόμους του ο Θαλήτας αοιδός,

νομοθέτης, μελοποιός και μουσικοδιδάσκαλος. Όπως μας πληροφορεί ο Στράβωνας εις το έργο του «Γεωγραφικά» 1ο βιβλίο εις το C 476,8 «ως δ’ είρηκεν Έφορος, ζηλωτής ο Μίνως αρχαίου τινός Ραδαμάνθυος δικαιοτάτου ανδρός ομωνύμου του αδερφού αυτού, ος πρώτος την νήσον εξημερώσαι δοκεί νομίμοις και συνοικισμοίς πόλεων και πολιτείαις, σκηψάμενος παρά Διός φέρειν έκαστα των τιθεμένων δογμάτων εις μέσον. Τούτον δη μιμούμενος και ο Μίνως δι’ εννέα ετών, ως έοικεν, αναβαίνων επί το του Διός άντρον και διατρίβον ενθάδε, απήει συντεταγμένα έχων παραγγέλματα τινά, έφασκεν είναι προστάγματα του Διός αφ’ ης αιτίας και τον ποιητήν ούτως ειρηκέναι «ενθάδε Μίνως εννέωρος βασίλευε Διός μεγάλο οαριστής».
Επίσης αναφέρονται εις τον Μίνωα και τους νόμους του, ο Πλάτων εις το έργο του «Νόμοι» όπως και ο Παυσανίας εις το έργο του «Περιηγήσεις».

Ήτο οι πρώτοι νόμοι που εμφανίστηκαν εις την ανθρώπινη κοινωνία και οι Έλληνες επίστευον ότι γενικώς οι νόμοι κατάγοντο από την Κρήτη. Οι νόμοι ήσαν σεβαστοί διότι ήσαν θεόσταλτοι. Ο Όμηρος διασώζει αυτήν την παράδοση εις την «Οδύσσεια» εις το Ραψωδία – κεφάλαιο Ιθ και εις τις στίχους 178 - 179 :

«τῇσι δ᾽ ἐνὶ Κνωσός, μεγάλη πόλις, ἔνθα τε Μίνως 178

ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής,» 179

Αυτή δηλαδή είναι η Κνωσός, μεγάλη πόλη την είπανε, όπου και ο Μίνωας βασίλευε και κάθε εννέα έτη συνομιλούσε με τον Δία.
Ακόμα όταν οι Ετεοκρήτες επήγαν εις την Ιρλανδία, είχαν πάρει μαζί τους μια πέτρα από αυτές όπου εκάθητο ο Μίνως όταν πήγαινε εις το σπήλαιο για να πάρει τους νόμους και την είχαν ονομάσει «Μοίρα». Επάνω σε αυτή την πέτρα εκάθοντο και οι μετέπειτα βασιλείς της Ιρλανδίας προσμένοντας και εκείνοι την ίδια επιφοίτηση του προγονικού τους Θεού Δία, για τους νόμους που έπρεπε να θεσπίσουν για την δίκαιη διακυβέρνηση των Ιρλανδών.



Η γνωστότερη, σπουδαιότερη και μεγαλύτερη από τις μέχρι σήμερα ευρεθείσες επιγραφές, είναι εκείνη της Γόρτυνος της Κρήτης, χαραγμένη σε 12 στήλες λίθινες από πελεκητούς πωρόλιθους, γραμμένη σε δωρική ιδιωματική γλώσσα Βουστροφηδόν, χρονολογούμενη από τον 6ο αιώνα π.Χ. που κατά τους ειδικούς περιλαμβάνει στοιχεία δικαίου πολύ προγενεστέρων χρόνων. Κάποιοι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι ίσως είναι οι ίδιες οι πλάκες που έπαιρνε ο Μίνωας από τον Δία.

Χριστιανική ιστορία

Οι νόμοι από τον Θεό εις τον Μωϋσή

Ο Μωϋσής ανέβηκε εις το όρος και αφού παρέμεινε κάποιες ημέρες επέστρεψε με τους νόμους που του έδωσε ο Θεός και τους είχε γράψει επάνω σε πλάκες. Η αναφορά αυτή υπάρχει εις την Παλαιά Διαθήκη εις το βιβλίο «Έξοδος» και εις το κεφάλαιο λβ [32] και εις τον στίχους 15 και 16 :

15 Καὶ ἀποστρέψας Μωϋσῆς κατέβη ἀπὸ τοῦ ὄρους, καὶ αἱ δύο πλάκες τοῦ μαρτυρίου ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, πλάκες λίθιναι καταγεγραμμέναι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν αὐτῶν, ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἦσαν γεγραμμέναι·


16 καὶ αἱ πλάκες ἔργον Θεοῦ ἦσαν, καὶ ἡ γραφὴ γραφὴ Θεοῦ κεκολαμμένη ἐν ταῖς πλαξί.