Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

ЭЄ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ : ΤΟ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟ ΦΩΣ (ΤΟ ΘΕΙΟΝ ΠΑΘΟΣ) Μέρος 3.





...O Aπόλλων ήταν ο θεός  "ο συνάγων και ενίζων τα μερισθέντα του Διονύσου μέλη"  κατά τους Ορφικούς.
Για την σχέση ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Διόνυσο, ο Π.Λεκατσάς στο έργο του  "Διόνυσος" γράφει:

ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝ

"Στενότατοι είναι οι συσχετισμοί του Απόλλωνα και του Διόνυσου. Στους τρείς χειμωνιάτικους μήνες που πιστεύεται πως λείπει ο Απόλλωνας και το χρηστήριο σιωπά, λατρεύεται στους Δελφούς ο Διόνυσος, σαν μέτοχος της λατρείας του ιερού του : "Εδώ αρχομένου του χειμώνος, κατά τη μαρτυρία του Πλούταρχου, επεγείραντες τον διθύραμβον, τον δε παιάνα καταπαύσαντες, τρείς μήνας αντ΄εκείνου τούτον κατακαλούνται τον θεόν...Τον ίδιον καιρό τελούνται, κάθε δεύτερη χρονιά, τα μαιναδικά όργια από τις Θυιάδες στον Παρνασσό που ο Παυσανίας δηλώνει πως γίνονται για τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα αντάμα. Στις κορυφές του Παρνασσού δεν σελαγίζει το χρυσό δοξάρι του Απόλωνα, μα η λαμπάδα του Διόνυσου. Οι Θυιάδες εικονίζονται στο δυτικό αέτωμα του ναού και πάιρνουν μέρος και σε άλλες δελφικές ιερουργίες : Στην  "έγερσιν"  του Λικνίτη στην ενναετηρική γιορτή της  "Χάριλας" και στην ενναετηρική  "άνοδο" μιας χθόνιας θεότητας, της  "Ηρωίδος", που ο Πλούταρχος συνεικάζει πως είναι ανέβασμα της Σεμέλης :  "της δ΄ Ηρωίδος τα πλείστα μυστικόν έχει λόγον, όν ίσασιν αι Θυιάδες, εκ δε των δρωμένων φανερώς Σεμέλης αν τις αναγωγήν εικάσειε".

Η Θυία, η επώνυμη προγόνισσα των Δελφικών Θυιών ή Θυιάδων παρουσιάζεται μάνα, από τον Απόλλωνα, του Δελφού και κόρη ενός Κασταλίου. Στη Δελφική γιορτή  "Στεπτήριον", που ανακαλεί κάποια μνήμη του φόνου του Πύθωνα, παίρνουν μέρος και οι Ολείαι, γυναίκες διονυσιακού θιάσου ή ιερατικού βασιλικού γένους από τον Ορχομενό της Βοιωτίας. Μέσα στο άδυτο του δελφικού ιερού πιστευόταν πως ήταν ο τάφος του Διονύσου και εκέι οι Όσιοι, δελφικοί λειτουργοί, τελούσαν μυστική θυσία τον καιρό που οι Θυιάδες ιερουργούσαν την  "έγερσιν"  του Λικνίτη.
Η αυτονόητη αρχαιότητα  των λατρειακών αυτών σχετισμών αντιδρά ανυποχώρητα στην ιδέα μιας υστερότερης εισβολής του Διονύσου στους Δελφούς και συμφιλίωσής του με τον Απόλλωνα (που βρίσκει τον εικονισμό της σε μια γνώριμη αγγειογραφική παράσταση, όπου οι δύο θεοί δίνουν το χέρι).

Αν πραγματικά, στους ιστορικούς καιρούς ο Απόλλων και ο Διόνυσος αντιπροσωπεύουν τις πιό αντίθετες αρχές, στα παλαιότερα στάδιά τους δεν πολυπαραλλάζανε στη φύση και στις λειτουργίες. Η δελφική μαντική πέφτει στον κύκλο της διονυσιακής  "κατοχής"  ή μανίας που ανασώζεται και στη σκηνοθετημένη ύστερα  "κατοχική"  μαντική των Δελφών, δεν είναι ωστόσο και λιγότερο απολλωνιακή, καθώς το μαρτυρούν οι Κασσάνδρες και οι Σίβυλλες που πέφτουν στον Απολλώνιο κύκλο. Μια θεολογική πραγματεία που αποδινόταν στον Αριστοτέλη, τα Θεολογούμενα, αξίωνε πως ο Απόλλων και ο Διόνυσος ήταν ο ίδιος θεός (πληροφορία του Μακροβίου). Τις φυσικές συγγένειες των δύο θεών τις μαρτυρούν συχνές εναλλαγές των υποστάσεων και πολλές λατρειών γειτονίες. Ο Απόλλων έρχεται από την Κρήτη για τους Δελφούς σαν δελφίνι, μα το δελφίνι είναι από τα ζωντανά που συχνοκολυμπούν στους μύθους του Διονύσου. Ο "Υάκινθος" θνήσκων θεός, που η υπόστασή του αφομοιώνεται από τον Απόλλωνα είναι παράλληλη μορφή του Διονύσου.

Διονυσιακή μορφή (στον Ησίοδο γιός του Οινοπίωνος και εγγονός του Διονύσου) μα ιερέας του Απόλλωνα, παρουσιάζεται ο Μάρων στην Οδύσσεια, που δίνει το μοιραίο για τον Κύκλωπα κρασί στον Οδυσσέα. Ο Ελευθήρ, ο Νάξος, ο Άνιος, διονυσιακές στο βάθος τους μορφές, παρουσιάζονται με τον Απόλλωνα πατέρα. Στη Θήβα γίνεται θυσία πανηγυρική της πολιτείας στον Απόλλωνα Ισμήνιον και στο Διόνυσο μαζί, στη Χίο συλλατρεύονται ένας Ξένιος Απόλλων και Διόνυσος Ακταίος. Γειτονίες ιερών και συλλατρείες αλλού και οι στενοί του Διονύσου σχετισμοί με τις Μούσες συμπληρώνουνε τις συζυγίες. Η έδρα των Μουσών, η Πιερία, συχναναφέρεται στα χορικά των  "Βακχών"  και σα γνώριμος τόπος του Διόνυσου : "εκείσ΄ άγε με, Βρόμιε"...

Στον δελφικό Παιάνα του Φιλοδήμου, ο Διόνυσος πηγαίνει στη Θεσσαλία, όπου οι Μούσες στεφανώνονται με κισσό για να τον δεχτούνε. Ο Ελικώνας, το ιερό βουνό των Μουσών, είναι κι αγαπημένος τόπος του Διονύσου, εδώ βρίσκεται ένας από τους Νυσαίους παράδεισους του θεού και μέσα στο άλσος των ελικωνίων Μουσών βρίσκεται κι άγαλμα του Διόνυσου. Σε επίγραμμα αγάλματος των Θεσπιών  "κισσός Τερψιχόρη, Βρομίω δ΄ έπρεψεν λωτός", η Μούσα κι ο Διόνυσος ξαλλάζουν τα εμβλήματά τους. Συχνά ακόμη ο θεός εικονίζεται ανάμεσα στις Μούσες, στη Νάξο λατρεύεται ο Διόνυσος σαν Μουσαγέτης και στον Διόνυσο τούτον αντιστοιχεί ένας Διόνυσος Μελπόμενος που λατρεύεται στην Αττική και στην Πριήνη και που από τον 5ο αιώνα γίνεται ο προστάτης όλων των επιδόσεων της μουσικής και του θεάτρου. Την ιερατεία του στην Αττική την έχουν οι Ευνείδαι, γένος που καλλιεργεί την ιερατική μουσική κι έχει για έμβλημα του το χρυσό κλήμα. Όλα τούτα οικοδομούνται σίγουρα πάνω στο μέγα κατόρθωμα της διονυσιακής θρησκείας να ανεβάσει τους αυτοσχεδιασμούς του πρωτογονικότερου εκστασιασμού στις αψηλότερες σφαίρες της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο και κερδίζουν άλλο βάθος άν στοχαστούμε πως σε ιερουργίες με τη σφραγίδα μιας βαθειάς αρχαιότητας, στα Βοιωτικά Αγριώνια, οι γυναίκες που κυνηγούν να πιάσουν τον Διόνυσο, λένε πως έχει καταφύγει στις Μούσες. Ο θεόμαχος Λυκούργος οχτρεύεται στον Σοφοκλή, τόσο τις Βάκχες όσο και τις Μούσες, που θα πεί πως και οι δυό είναι συνοδεύτρες του Διονύσου. Ο Ευστάθιος μας πληροφορεί, πως λέγονται κι οι Μούσες, όπως και οι Μαινάδες του, τροφοί του Διονύσου, νύμφαι τινές ούσαι και αυταί, κατά τον Διόδωρο, φασί και τας Μούσας αυτώ συναποδημείν. Και στην Ολυμπία δίπλα στο Πελόπιον, ήταν βωμοί του Διονύσου και των Χαρίτων και βωμοί των Μουσών και Νυμφών αναμεσά τους. Η λειτουργία πραγματικά των Μουσών στέκει αρχικά πολύ κοντά στον Διόνυσο - προβολές καθώς είναι κι αυτές θιάσου εκστασιακών γυναικών - και στο βάθος των παραστάσεων δεν πολυξεχωρίζουν απο τις Μαινάδες.

Οι συγγένειες των δύο θεών που μαρτυριούνται από όλα αυτά, κατεβαίνουν από το φεγγαρικό φυσικό και των δυό τους. Ότι ο Απόλλων ήταν όπως και ο Διόνυσος φεγγαρικός στην αρχή του θεός, μαρτυριέται από τα ξανθά του μαλλιά (το χρυσοκόμης είναι επίθετο που μοιράζεται με τον φεγγαρικό Διόνυσο και τον φεγγαρικό Έρωτα) από το σταθερό σύμβολό του, το (χρυσό) δοξάρι του (μόνιμο σύμβολο του δρεπανωτού φεγγαριού) από την κατοχική του μαντική, που το φεγγάρι είναι η βαθύτερή της πηγή κι από τη λιθολατρεία του, που αναγνωρίζεται σαν πλευρά της φεγγαρολατρείας κι αυτή και που μόνο με τη λιθολατρικότητα του φεγγαρικού Ερμή παραβγαίνει.

Ότι πάλι κι ο Πύθων είναι όπως ο Διόνυσος φεγγαρική υπόσταση μαρτυριέται από τη φιδομορφία του, αφού το φίδι είναι το οικουμενικότερο σύμβολο του Φεγγαριού και των θεών του. Πολύτιμη εδώ μαρτυρία ενός Σχολιαστή του Πινδάρου παραδίνει πως ο Πύθων είχε κυριέψει τον μαντικό τρίποδα από τον Διόνυσο, "που πρώτος είχε στους Δελφούς τη μαντική λειτουργία" : Πυθώνος δε τότε κυριεύσαντος του προφητικού τρίποδος, έν ώ πρώτος Διόνυσος εθεμίστευσε. Είναι φανερό πως η πληροφορία ταυτίζει τον Πύθωνα με τον Διόνυσο και στο ίδιο συμπέρασμα φτάνει κι η νεότερη θεωρία : ο θαμμένος στους Δελφούς Διόνυσος δεν είναι παρά ο σκοτωμένος από τον Απόλλωνα Πύθων. Η θεωρία τούτη, που η εσωτερική ένδειξή της την κάνει εξαιρετικά πιθανή - γιατί ο Διόνυσος  είναι από τη φεγγαρική φύση του και δρακοντόμορφος θεός κι οι σκοτωμένοι από τον Απόλλωνα είναι θαμμένοι στα ιδικά του ιερά, όπως ο Νεοπτόλεμος στους Δελφούς κι ο Υάκινθος στη βάση του αμυκλαίου του  "θρόνου" - οδηγά σε μια συνθετότερη λύση. Ο αγώνας του Απόλλωνα με τον Πύθωνα-Διόνυσο είναι τύπος του καθολικότερου μύθου της Δρακοντοκτονίας που πυρήνας του είναι η διαμάχη των δύο αντίθετων φεγγαροθεών (του φεγγαριού που γεμίζει και του φεγγαριού που λιγεύει), απ΄ όπου η διαφοροποίηση του Απόλλωνα και του Διονύσου.

Από κοσμική η διαμάχη αυτή, μεταγυρίζει στο μύθο τούτο σε τοπική , για την κατοχή του μαντείου. Η έκβασή της το επιδικάζει στον κατοπινό του κυρίαρχο που, πατριαρχικός αρσενικός, ξετοπίζει τις μητριαρχικές του τόπου θεότητες, τη Γή, τη Θέμιδα και τη φεγγαρική Φοίβη, που συμβιβασμένες με το μητριαρχικό ακόμη Διόνυσο-Πύθωνα, διαδέχονται η μία την άλλη. Άνετα έτσι εξηγούνται οι αρχαιόριζοι σχετισμοί στους Δελφούς του Διονύσου και του Απόλλωνα που από καμία νεότερη εισβολή του πρώτου δεν εξηγούνται. Οι αρχαίοι αυτοί σχετισμοί κι η ειρηνική, μετά τον αγώνα, συνύπαρξή τους στους Δελφούς συνεργούν στην αλληλοδιάδοση των λατρειών τους. Το δελφικό χρηστήριο γίνεται προσηλυτιστής της διονυσιακής λατρείας (με χρησμό του ακούμε, μπαίνουνε λατρείες του Διονύσου στην Αθήνα, στην Πάτρα, στην Σπάρτη), κι ένας Απόλλων Διονυσόδοτος που λατρεύεται μαζί με άλλες θεότητες και με τον ίδιο τον Διόνυσο, στη Φλύα της Αττικής, μαρτυρά μιαν ανταποδοτική, από την μεριά του Διονύσου, φιλοφρωσύνη.

Ο κεντρικός σύνδεσμος τους στους Δελφούς κι οι λογίς στην Ελλάδα γειτονίες λατρειών ανακατεύουν τις παραστάσεις τους και κάνουνε τους ποιητές να συναλλάζουν τα εμβλήματά τους. Σε αισχυλικό απόσπασμα επιθετολογούνται αντίστροφα, ο Κισσεύς Απόλλων, ο Βακχεύς ο μάντις, σε απόσπασμα του Ευριπίδη ο Βάκχος προσαγορεύεται  φιλόδαφνος : "δέσποτα φιλόδαφνε Βάκχε, Παιάν Άπολλον εύληρε".  Και στον δελφικό παιάνα του Φιλόδημου, ο Διόνυσος παρουσιάζεται με ένα από τα κύρια ονοματικά επίθετα του Απόλλωνα : του Παιάνος"...

ΙΕΡΑ ΕΛΛΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου