Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΜΟΥΣΕΙΑ ΛΟΓΩΝ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΕΡΟΣ 3



Οι αναγνώστες της παρούσης έρευνας δυσκόλως ίσως θα πιστεύσουν ότι βασική πηγή των ιστορικών και γλωσσικών μου πληροφοριών υπήρξαν τα προ χιλιετιών συνταχθέντα έπη του Ομήρου και του Ησίοδου. 

Η προσοχή μου ιδιαιτέρως εσταμάτησε κατά την ανάγνωση αυτών στις εν προιμίω δηλώσεις των ποιητών.


Και οι δύο επικαλούνται την "Μούσαν", προκειμένου να αφηγηθούν τις σπουδαίες για τους συγχρόνους τους πληροφορίες. 


Είναι άξιο απορίας, ότι η επιστήμη της φιλολογίας ουδεμία σοβαρή σημασία απέδωσε στις δηλώσεις αυτές των αφηγητών και θεώρησε μάλιστα ότι έγιναν "ποιητική αδεία", δηλ. θεώρησε την "Μούσα" ως προσωποποίηση της θείας εμπνεύσεως, την οποία επεκαλούντο οι ποιητές - κάτι περίπου όμοιο με την "επιφοίτηση" των χριστιανικών χρόνων.

Εν τούτοις οι δηλώσεις αυτές και μάλιστα του Ησίοδου, δεν επέτρεπαν αυτή την ερμηνεία. Ας τις δούμε αμέσως.


Ο Ησίοδος στην Θεογονία αρχίζει με την δήλωση ότι: "από τις Μούσες τις Ελικωνιάδες θα αρχίσει να αφηγείται", διότι "αυτές του δίδαξαν την αφήγηση" (Θεογ. στιχ. 1 και 22).

Ο ίδιος ποιητής στο "Έργα και Ημέραι" (στιχ. 1) τις Μούσες τις εγκατεστημένες στον χώρο των Πιερίων (της οροσειράς του Ολύμπου) επικαλείται.

Είναι δε σημαντική αποκάλυψη, την οποία αναπτύσσω στο κεφάλαιο αυτό, ότι η δήλωση αυτή του Ησίοδου διευκρινίζεται στους στίχους 38-40 της Θεογονίας, όπου λέγει για τις Μούσες : "ειρεύσαι τά τ΄εόντα τά τ΄ εσσόμενα πρό τ΄  εόντα, φωνή ομηρεύσαι, τών δ΄ ακάματος ρέει αυδή εκ στομάτων ηδεία".


Ο αναγνώστης ας προσέξει, θα έλεγε ο Ησίοδος, διότι αυτά που θα αναγνώσει αφορούν στα προερχόμενα εκ των αρχείων του Μουσείου και εκ του γραπτού λόγου ("φωνή ομηρεύσαι").


Ο Παυσανίας (Βοιωτικά 31, 4) λέγει, ότι κατά τις παραδόσεις "ο Ησίοδος εκτός από το "Έργα και Ημέραι" τίποτε άλλο δεν έγραψε...". 


Άλλη παράδοση τον θέλει συγγραφέα ενός αριθμού επών, όπως η Θεογονία, αι "Ηοίαι", το "Εις μάντην Μελάποδα", η "Θησέως και Πειριθόου κατάβασις εις Άιδην", οι "Παραινέσεις Χείρωνος πρός Αχιλλέα" και τέλος το "Έργα και Ημέραι".

Την δε "Μαντικήν" ο Ησίοδος διδάχθηκε από τους Ακαρνάνες ιερείς των Ελικωνιάδων Μουσών και για τούτο αυτό που έγραψε είναι "έπη μαντικά". 


Αλλά και ο Όμηρος τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια την "Μούσα" επικαλείται, για να αφηγηθεί: 

"Μήνιν άειδε, θεά" [την οργή αφηγήσου θεά], λέγει στον στίχο 1 της Ιλιάδος. 
"Άνδρα μοι έννεπε Μούσα" [για τον (οδυσσέα τον γνωστόν) άνδρα...αφηγήσου μου Μούσα], ξεκινά τον πρώτο στίχο στην Οδύσσεια.

Το ερώτημα επομένως που έπρεπε επίσης εκ προοιμίου να απαντηθεί ήταν, τι πράγματι ήταν οι Μούσες και ποιό υπήρξε το έργο τους. 


Το ότι στην Θεογονία η αφήγησή των αφορά ιστορικά συμβάντα καταγραφέντα, αυτό υπήρξε για εμένα ένα ισχυρό ερέθισμα, για να διαπιστώσω κατά πόσον τα αφηγούμενα παρ΄ αυτής, όπως ισχυρίζετο ο δημοσιεύσας αυτά Ησίοδος, υπήρξαν η ιστορία των πριν χιλιετιών, η ιστορία των χρόνων εκείνων που εσκεπάσθηκε, όπως πράγματι συνέβει (Δευκαλίων), με τον πέπλο ή καλύτερα με την λάσπη ενός τραγικού συμβάντος, για να αναστηθεί με τον μύθο...


Έπρεπε επομένως να βρεθεί το κλειδί της αναγνώσεως της Θεογονίας, ώστε να παύσει αυτή να συντηρεί όσους "ήδονται ακούοντες μυθολογήματα, διότι και αυτοί αρέσκονται να τερατολογούν και τουτοιοτρόπως αναμιγνύοντες τα ψευδή με τα αληθή εξευτέλισαν τα αληθή" 

(Παυσανίας Αρκαδικά 2, 7).

Είναι αναμφισβήτητο, ότι η Θεογονία αποτελεί την ιστορική αφήγηση μιας μακράς περιόδου, η οποία αρχίζει από την πρώτη εμφάνιση των ανθρώπων επί των ορέων και λήγει στην μετά τον Δία περίοδο, αλλά και την προ του επί Δευκαλίωνος κατακλυσμού. 


Αυτή η αφήγηση δεν θα ήταν ποτέ δυνατή, εάν δεν ανεδύετο ταυτοχρόνως και η αιτιώδης σχέση γλώσσας- περιβάλλοντος - φυσικού και γεωγραφικού-  και ανθρώπου.


Τα κεφάλαια που ακολουθούν αποτελούν τους καρπούς της κοπιαστικής αυτής έρευνας. 


Πλέον όμως ισχυρό εργαλείο απεδείχθει η αποκωδικοποίηση των γραμμάτων του Ελληνικού Αλφαβήτου. 


Η πλήρης επιβεβαίωση αυτής της θέσεως, η οποία συντελείται στο Γ΄ Μέρος της παρούσης έρευνας, μου επέτρεψε να συνθέσω με την βοήθεια πλέον της γλώσσας και των αινιγματικών ονομάτων την ιστορία "των παμπάλαιων χρόνων και των προ της νυν γενέσεως", όπως ο Αριστοτέλης έλεγε για αυτούς τους πριν της καταστροφής χρόνους (Μετά τα Φυσικά, Α 983 b, 32).


Τεράστια επίσης απεδείχθει η συμβολή του Ομήρου στην ιστορική ανάπλαση της μεγάλης αυτής περιόδου της εμφανιζόμενης υπό της επιστήμης της φιλολογίας ως "Μυθολογίας".


Το θέμα το οποίο θα μας απασχολήσει στο κεφάλαιο αυτό είναι η ανάπτυξη όλων των στοιχείων τα οποία οδηγούν εκ νέου στην αναζητούμενη υπό του Πλάτωνος ή των συνομιλητών στον διάλογο του "Κρατύλος" (483 c) "μείζω τινα δύναμιν" την θέσασαν  "τα πρώτα ονόματα τοις πράγμασι, ώστε αναγκαίον αυτά ορθώς έχειν".


Κατά την ανάγνωση των στοιχείων του ελληνικού αλφαβήτου, δηλ. την αποκωδικοποίηση αυτών ώστε να ανακύψει εκ του πυρήνος ο αρχέγονος φθόγγος, η αιτιώδης σχέση, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί ποιά υπήρξε πράγματι η "μείζων τις δύναμις", η οποία μάλιστα δεν είναι μία, όπως θα αποδειχθεί, αλλά δύο, εφ΄ όσων εκτός της φύσεως, πρωταρχικού αιτίου, την οποία ο άνθρωπος εμιμήθει και εσχημάτισε τους φθόγγους με σημασία, ήλθε και η ανθρώπινη επέμβαση και δι΄ αυτής η έκρηξη του έντεχνου λόγου, εκ της οποίας εγεννήθη ο μέγας επί Διός πολιτισμός, τον οποίο και αφηγούμαι.


Στην εισαγωγή αυτού του μοναδικού στην ιστορία της γλώσσας κεφαλαίου του πραγματευομένου την έντεχνη επέμβαση σ΄ αυτήν των Μουσείων Λόγων θα αρχίσω δια μίας αναφοράς του Πλάτωνος στο έργο των Μουσείων

Στον διάλογο λοιπόν, "Φαίδρος" (267 c), στον οποίον ασκείται κρητική στον ρητοροδιδάσκαλο Λυσία, μεταξύ των άλλων λέγονται και τα εξής αποκαλυπτικά για τα "Μουσεία Λόγων" :

ΣΩ. "Τα δε Πώλου πώς φράσωμεν αύ Μουσεία Λόγων, ως διπλασιολογίαν καί γνωμολογίαν καί εικονολογίαν; Ονομάτων τε Λικυμνίων, ά εκείνω εδωρήσατο πρός ποίησιν Ευεπείας;"


[Τα δε αναφερόμενα υπό του Πώλου πως θα τα πούμε πάλι Μουσεία Λόγων, ως (αποτελέσματα ή προϊόντα) διπλασιολογίας και γνωμολογίας και εικονολογίας; ως παρόμοια) των ονομάτων των Λικυμνίων που προς εκείνον εδώρησε χάρην αναπτύξεως του λόγου (υπ΄ αυτού);]


Είναι φανερό ότι ενώ οι συνομιλητές διατρέχουν μεγάλα της επόχής των ονόματα ρητοροδιδασκάλων (Βυζάντιος, Θεόδωρος, Εύηνος, ο Πάριος, Τεισίας, Γοργίας, Λυσίας, κ.α.), όταν ομιλούν περί του Πώλου, δεν είναι εις θέσιν να τον κατατάξουν και κάνουν αναφορά στα Μουσεία Λόγων και πιθανότατα στο έργο του Πώλου "Τέχνη", στο οποίο γίνεται η σχετική αναφορά στο έργο των Μουσείων, προσθέτοντος μάλιστα ως κύριο έργο αυτών την "διπλασιολογίαν", την "γνωμολογίαν" και την "εικονολογίαν"


Είναι αναγκαίο να αναφέρω εδώ, ότι και ο Αριστοτέλης σχολιάζων, ίσως, το ίδιο έργο του Πώλου "Τέχνη" στο έργο του "Μετά Τα Φυσικά" (Δ 981,α, 5) λέγει: 


"Φαίνεται μάλιστα, ότι η εμπειρία είναι συγγενής προς την τέχνη και την επιστήμη. Εκ της εμπειρίας πάλι αποκτά τέχνη και επιστήμη ο άνθρωπος. Διότι καθώς λέγει ο Πώλος ορθώς, η εμπειρία γεννά την τέχνη, η δε απειρία δημιουργεί το τυχαίο, γεννάται δε η τέχνη όταν εκ πολλών εννοιών μορφουμένων εκ της εμπειρίας σχηματίζεται κάποια γενική περί του ομοιουγενούς γνώμη".


Ο Αριστοτέλης παρ' όλον ότι δεν φαίνεται να ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με τα αίτια γενέσεως της γλώσσας παρετήρησε μερικά σημεία για αυτήν άκρως σημαντικά.


 Λέγει (Μετά τα Φυσικά Ζ 104 l b):


"Ότι βεβαίως είναι σύνθετο, έχει συντεθεί κατά τρόπον ώστε ως όλον να έχει μια ενιαία ύπαρξη και δεν υπάρχει όπως υπάρχει ένας σωρός, αλλά όπως η συλλαβή, η συλλαβή πάλι δεν είναι τα στοιχεία, ούδέ το  "βα" είναι αυτό με το β και α, ουδέ η σαρξ είναι πυρ και γη. 

Διότι έπειτα από την διάλυση η σαρξ και η συλλαβή πλέον δεν υπάρχουν, τα στοιχεία όμως α και β όπως και το πυρ και η γη υπάρχουν. 
Η συλλαβή όθεν είναι κάτι ειδικό, είναι δε αυτή όχι μόνο τα στοιχεία, το φωνήεν και το άφωνο, αλλά και κάτι έτερον" 

και συνεχίζοντας καταλήγει:


"Έχομε λοιπόν το δικαίωμα να σκεφθούμε, ότι υπάρχει κάτι ξέχωρο από το στοιχείο και ότι αυτό είναι αιτία του να είναι αυτό εδώ το υλικό σαρξ και εκείνο εκεί συλλαβή. 

Η ίδια σκέψη έχει εφαρμογή και πάνω σε κάθε άλλη περίπτωση. Ουσία λοιπόν εκάστου πράγματος είναι αυτό τούτο που αποτελεί την πρώτην αιτία. 
Επειδή όμως μερικά πράγματα δεν είναι ουσίες, αλλά ουσίες είναι όσα πράγματα έχουν σύσταση συμφώνως προς την φύση και από την φύση, ημπορεί να παρουσθιασθεί η φύση ως ουσία και (τότε) η ουσία δεν είναι στοιχείο αλλά αρχή. 
Είναι επομένως στοιχείο αυτό στο οποίο το υλικό του (που μέσα του ενυπάρχει) ημπορεί να διαιρεθεί, όπως είναι της συλλαβής το α και το β". 

Είναι φανερό ότι η  "μείζων δύναμις", την οποία επικαλείτο ο Κρατύλος στον ταυτώνυμο Πλατωνικό διάλογο, δεν είναι άλλο από τα δύο βάθρα αναπτύξεως του 'ελληνος λόγου, την φύση και τα Μουσεία, τα οποία ο Αριστοτέλης αποφεύγει να κατανομάσει θέτων την λέξη  "έτερον":


"Έστιν άρα τι η συλλαβή, ού μόνον τά στοιχεία τό φωνήεν καί άφωνον αλλά καί έτερον τι".


Πριν αναπτύξω τις λέξεις "διπλασιολογία", "γνωμολογία" και "εικονολογία", οι οποίες υπήρξαν, κατά την Πλατωνική δήλωση, το αντικείμενο του έργου των  "Μουσείων Λόγων" με το οποίο απασχολήθηκε ιδιαίτερα ο Πώλος, θα αναφέρω τις ελάχιστες πληροφορίες που υπάρχουν περί αυτού (του Πώλου) και των "Mουσείων Λόγων".


Ο Πώλος υπήρξε μαθητής του Γοργίου. Κατά τον Πώλο, το δίκαιο όπως εφηρμόζετο, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών. 

Ο εξ Ακράγαντος ερευνητής του έντεχνου λόγου έγραψε έργο υπό τον τίτλο "Tέχνη", το οποίο όπως φαίνεται, ήταν γνωστό και στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη.

Στον Πώλο αποδίδονται και τα συγγράμματα : "Γενεαλογία των επ' Ίλιον στρατευσάντων Ελλήνων και βαρβάρων και πως έκαστος απήλλαξε"  και "Νεών κατάλογοι", των πλοίων των κατά της Τροίας στρατευσάντων  Αχαιών. 

Τέλος στον διάλογο "Γοργίας" λαμβάνει μέρος και ο Πώλος.

Ας δούμε τώρα τι μπορεί να μας αποκαλύψουν οι λέξεις "διπλασιολογία", "γνωμολογία" και "εικονολογία", εφ' όσον ουδέν άλλο στοιχείο γνωρίζουμε πλην αυτών των λέξεων, οι οποίες είχαν τεθεί ως προμετώπια των αναλύσεων που ακολουθούσαν στο κεφάλαιο  "Μουσεία Λόγων".


-Διπλασιολογία-


Η λέξη  "διπλασιολογία" είναι σύνθετη από το αριθμιτικό επίθετο "διπλάσιος" και το ουσιαστικό "λόγος". 

Διπλασιάζω σημαίνει αυξάνω κάτι στο διπλούν, π.χ. την ποσότητα, έκταση, ένταση. 

Λόγος είναι ο έναρθρος λόγος, δ' ου ο ενδιάθετος λόγος εκφέρεται και ακόμη αυτός ο ενδιάθετος λόγος, το λεγόμενο ή λαλούμενο (vox, oratio), η λέξι και πληθ. οι λέξεις διά των οποίων πραγματοποιείται η ομιλία.

Τόσον ο Όμηρος όσο και ο Ησίοδος κάνουν χρήση της λέξεως "λόγος" με αυτή τη σημασία: "τόν έτερπε λόγοις" (Ιλ. Ο 393), "αιμυλίοισι λόγοισιν"  [με κολακευτικούς λόγους: Θεογ. στίχ. 890].

Στην αρχική του αυτή σημασία ο λόγος αποτελείται από λέξεις, δηλ. περικλείει μια πρότασι (oratio).
Αλλά και η λέξι δι-πλάσιος είναι σύνθετη από το "δις", "δύο", που σημαίνει το ζεύγος και εκφράζει τη συνένωσι, σύνδεσι, γεφύρωσι (δύναμι) και το ρήμα πλάσσω (πλάσις-εως), το οποίο σημαίνει επινοώ, δίδωείς τι σχήμα, μορφή.

Δι' όλων αυτών, τα οποία εμφυτευμένα ευρίσκονται εντός της λέξεως "διπλασιολογία", το ερώτημα το οποίο τίθεται δεν είναι μόνο επί της απλής ερμηνείας της λέξεως "διπλασιολογία" ως το αυξάνειν συνδέοντας, γεφυρώνοντας, συνενώνοντας δύο λέξεις κατά κάποιο τρόπο, αλλά και για το πως εδημιουργήθησαν οι λέξεις οι οποίες εκφράζουν δια της μορφής των (δομής των) τις ουσίες των πραγμάτων.

Αυτό άλλωστε υποννοεί το ρήμα "πλάσσω", δίδω μορφή σε όσα -όπως έλεγε ο Αριστοτέλης- έχουν σύστασι συμφώνως πρός την φύσι καί από τήν φύσι.
Τότε μόνο ημπορεί να παρουσιασθή η φύσι ως ουσία (μορφή) κλπ.

Επομένως εντός της λέξεως "διπλασιολογία" ευρίσκεται και ο τρόπος επινοήσεως νέων λέξεων εκ των αρχικών, δηλαδή της αρχής εκ της οποίας προέκυψε δι' 'όλων αυτών των διαδικασιών ο πλούτος του λόγου.
Ορθώς επομένως ο Πλάτων δέχεται, ότι όργανα του εντέχνως αναπτυχθέντος λόγου υπήρξαν τα "Μουσεία Λόγων" (διπλασιολογία).

Ο προβληματισμός του άλλωστε αυτός καταφαίνεται στον διάλογο "Κρατύλος", όπου αποφαίνεται (423 e): 
"Άν μπορούσε να μιμηθή κανείς αυτό τούτο το γνώρισμα εκάστου πράγματος, δηλαδή την "ουσία", με γράμματα και συλλαβές, άραγε δεν θα δήλωνε με την μίμησι (το "ο εστίν"), τι είναι κάθε πράγμα;"

Έξ όλων όσων ανέπτυξα φαίνεται, ότι η απλή αυτή αναφορά στα "Μουσεία Λόγων" δεν υπήρξε ένα τυχαίο σχήμα λόγου, αλλά μια διέξοδος προς την παράδοσι, δηλαδή την εμπειρία χιλιετιών, η οποία γέννησε, όπως και ο Πώλος έλεγε, την τέχνη του λόγου.

-Γνωμολογία-

Και η λέξι "γνωμολογία" είναι σύνθετη. Πρώτο συνθετικό της είναι η λέξι "γνώμι" (ρ. γιγνώσκω εκ της ρίζας ΓΝΟ-), που σημαίνει το μέσον δι' ού γιγνώσει τις, δηλαδή το σημείο ή τεκμήριο.
Η λέξι ακόμη "γνώμη" περικλείει τις έννοιες σκέψι, κρίσι, διανόημα, διάνοια, ψυχή τινος, βούλησι, θέλησι, διάθεσι, κλίσι, κρίσι, ιδέα, πρότασι, σχέδιο και γνωμικό.

Η δεύτερη λέξι είναι πάλι ο "λόγος".
Επομένως το νοηματικό περιεχόμενο της "γνωμολογίας" πρέπει να αναφέρετο στα βαθύτερα νοήματα που ενεφυτεύοντο εντός των λέξεων των δηλουμένων δια των "στοχείων" (κατ' Αριστοτέλη), τα οποία συνθέτουν ή οργανώνουν την λέξι ("δι' ου γιγνώσκει τις τι").

Είναι όπως ο Πλάτων λέγει, "τω εκάστω φύσει πεφυκός όνομα", πρός το οποίο πρέπει να αποβλέπη ο ονοματοποιός και το οποίο πρέπει να αποτυπώνει διά τών φθόγγων και συλλαβών, προσέχοντας μόνο στο φυσικό εκείνο σημείο που αποτελεί τη ιδέα του ονόματος (Κρατύλος 389d).

Διά τών περικλειομένων εννοιών στή λέξι "γνωμολογία" αντιλαμβάνεται κανείς, ότι εντός των Μουσείων ανεπτύσσοντο όχι μόνο λέξεις-ονόματα των πραγμάτων αλλά και λέξεις που εξέφραζαν έννοιες.
Η ερμηνεία με ταύτα της λέξεων "γνωμολογία" υπό των λεξικών ως "το ομιλείν διά γνωμικών" είναι μέρος μόνο της εκτεταμένης σημασίας της λέξεως, η οποία μάλιστα (ερμηνεία) εμποδίζει, αν δεν παραπλανά, την κατανόησι του έργου των Μουσείων.

-Εικονολογία-

Καί η λέξι "εικονολογία" είναι σύνθετη εκ της λέξεως "εικών", όνος (ρ. έοικα, είκω=ομοιάζω), που σημαίνει ομοίωμα (μίμησι εικόνος) και ακόμη περικλείει τις έννοιες αρμόδιος, αρμόζων, το εν κατόπτρω ομοίωμα, φάσμα, φάντασμα,το δι' εικόνων λέγειν και της λέξεως πάλι λόγος.

Τι σημαίνει όμως  "δι' εικόνων λόγος"; προς τι ομοιάζει αυτός ο δι' εικόνων λόγος; Είναι φανερό, ότι το έργο των Μουσείων υπήρξε και η εξέλιξι του δι' εικόνων λόγου ή άλλως του γραπτού λόγου και η οπτική αποτύπωσι της φωνής, η ομήρευσι δηλαδή του λόγου δι' εικόνων ή λέξεων.

Αναπτύσσω επαρκώς στο κεφάλαιο "Πολύμνια" τα περί γραφής, έλεγα δέ στην εισαγωγή μου αναφερόμενος επίσης στην γραφή ότι: εάν οπισθοδρομούσαμε νοερώς στον χρόνο τον προ χιλιετιών,θα συναντούσαμε αντί "γραφής" την φυσικήν εικόνα, το ζωγράφημα του πράγματος συνδεδεμένο με κάποιον ήχο ή σχήμα προερχόμενο εκ του πράγματος.

Έδωσα δε ως παράδειγμα τον ήχο "ΚΙΡΚ" που εκβάλλει το γνωστό γεράκι κιρκινέζι ή "ίρηξ κίρκος" του Ομήρου (Οδύσ. Ν 87), ενώ ταυτοχρόνως πετά διαγράφοντας κύκλους [ρίζα της λέξεως "κύκλος" είναι το ΚΙΡΚ- (circus)], προκειμένου να ανεύρη την λεία του.

Και έλεγα, ότι ο ήχος και το ζωγράφημα ομού του κύκλου ή του ιέρακος έστω και δι' απλών μιμήσεων έδιδε στους δέκτες ακροατές το περί ου ο λόγος αναφοράς του "ομιλούντος" μέλους προς αυτούς.
Η εξέλιξι του ζωγραφήματος σε "γραφή", είναι δύσκολο να καταγραφή ως εξέλιξι  εντός των χιλιετιών. Επειδή όμως μέσα στις έξω-λογικές υποθέσεις της γλωσσολογίας εμφανίζεται η αλφαβιτική γραφή ως ανεξάρτητη μιας φυσικής διαδοχής από ενός τύπου σε άλλον ("επινόησι"!) κατέληγα ότι ο τύπος της γραφής λογικώς πρέπει να είναι ανάλογος προς το ύψος του πολιτισμού, ύψος που καθορίζει εν τέλει το ύψος της γλώσσας.

Το πρόβλημα όπως φαίνεται είναι παλαιό. Είναι δε εντελώς βέβαιο, ότι κατά την περίοδο της ζωής του Πλάτωνος (428-347 π.χ.) έχουμε και ένα περιστατικό που αναφέρει ο Πλούταρχος, εξόχως αποκαλυπτικό.

Ο βασιλεύς των Σπαρτιατών Αγησίλαος (399-358) "τον Αλκμήνης τάφον ανασκευασάμενος", όταν δηλαδή μετέφερε τα ανευρεθέντα στον τάφο της μητρός του Ηρακλέους Αλκμήνης σε άλλον χώρο, μεταξύ των ευρυμάτων ανεκάλυψε και πλάκα ή πίνακα με γράμματα, που δεν ηδύνατο να αναγνώση.
Επειδή όμως εγνώριζε από επίσκεψί του στην Αίγυπτο, ότι εκεί εφυλάσσοντο ως εις αρχείον όλες οι προηγούμενες γραφές, απέστειλε τον Σπαρτιάτη Αγητορίδη στον φίλο του βασιλέα της Αιγύπτου με τον "πίνακα" και με την παράκλησι να δοθή η εμηνεία των αναγραφομένων σε αυτόν.
Ο βασιλεύς της Αιγύπτου απέστειλε τον Αγητορίδη στον "Χόνουφιν" στην πόλη της Μέμφιδος, με την εντολή να τον ερμηνεύση με την βοήθεια του αρχείου αυτού.

Ο Χόνουφις "τρείς ημέρας αναλεξάμενος βιβλίων των παλαιών παντοδαπούς χαρακτήρας, αντέγραψε (απήντησε και αυτός δι' επιστολής) τω βασιλεί (της Αιγύπτου) και προς ημάς έφρασεν (απήντησε προφορικώς) ως Μούσας αγώνα συντελείσθαι κελεύειν τα γράμματα (ότι οι Μούσες παραγγέλουν με τα γράμματα να τελεσθούν αγώνες), τους δε τύπους είναι της επί Πρωτεί βασιλεύοντι γραμματικοίς (ότι οι τύποι των γραμμάτων τούτων εχρησιμοποιούντο επί της βασιλείας του Πρωτέως) και την γραφήν ταύτην Ηρακλέα του Αμφιτρύονος εκμαθείν" (εξέμαθε ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος), προέτρεπαν δε οι Μούσες να διάγουν ειρηνικώς και εν ησυχία οι λαοί αγωνιζόμενοι πάντοτε σε αγώνες πνευματικούς καταθέτοντας τα όπλα και διά της λογικής των να διαλύουν τις διαφορές εξευρίσκοντες τα δίκαια (Περί του Σωκράτους δαιμονίου 578-579).

Αυτός όπως βλέπουμε υπήρξε ο ρόλος των Μουσείων.

Το γεγονός αυτό δεν είναι "μυθολογούμενον", αλλά συνέβη επί της βασιλείας του Αγησιλάου στην Σπάρτη, όταν εζούσαν στην Αθήνα οι διαλεγόμενοι στους Πλατωνικούς διαλόγους φιλόσοφοι.

Αυτά για τους εξω-λογικούς συμπαραστάτες των Φοινικιστών ή άλλων του ιδίου φυράματος αναφερομένων ως επιδόξων..."προγόνων" του Ελληνικού αλφαβήτου.

Από της εποχής δηλαδή του Ηρακλέους υπήρξε γραφή ικανή να διατυπώνει διανοήματα όπως αυτά που ανέγνωσε στον "πίνακα" ο Αιγύπτιος Χόνουφις.

Η λογική επομένως οδός προσπελάσεως του θέματος "γραφή" δεν είναι η συμβατικότης, την οποία ελλείψει αποδείξεων διακυρύσσει η σύγχρονη γλωσσολογία, αλλά η αιτιώδης και αναλογική σχέση μεταξύ γλώσσας-γραφής και πολιτισμού.

Αυτή η λογική οδός αποκαλύπτει, ότι το προηγμένο αλφάβητο ανήκει σε προηγμένη γλώσσα.


-Συνεχίζεται...


"Ολόκληρη η σειρά αναρτήσεων, βασίζεται στο ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ έργο του ΗΛΙΑ ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΥ, με τίτλο "ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ - Η ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ".

-ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΑΠΟΜΙΜΗΣΕΙΣ!


ΙΕΡΑ ΕΛΛΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου