Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

"ΑΝΤΙΘΕΟΝ ΠΕΛΑΣΓΟΝ ΓΑΙΑ ΜΕΛΑΙΝΑ ΑΝΕΔΩΚΕΝ"- Ιστορία γενέσεως της Ελληνικής γλώσσας (Μέρος 1).


"Νομίζω ότι κάποια μεγαλύτερη δύναμη παρά κάποια προερχόμενη εκ των ανθρώπων είναι εκείνη που έθεσε τα ονόματα στα πράγματα, ώστε αυτά να είναι αναγκαίως τα ορθά".
                                                                                                                 [Πλάτων, "Κρατύλος" 438c]


Η περιγραφή του ελληνικού χώρου είναι αναγκαία, διότι άνευ της μελέτης του συγκεκριμένου χώρου δεν θα μπορούσαμε ποτέ να εγγίσουμε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, δημιουργοί της οποίας υπήρξαν η ελληνική φύση και ο άνθρωπος κάτοικος του ελληνικού χώρου. Αυτή υπήρξε η  "μείζων δύναμις", την οποίαν ανεζήτησε, την πλησίασε, αλλά δεν την ανεγνώρισεν ο μεγάλος Πλάτων.

Η ιστορία του ελληνικού χώρου είναι ίσως η αρχαιότερη όλης της γης. Ας δώσουμε όμως τον λόγο στην επιστήμη της γεωλογίας, για να θεμελιώσουμε την αρχή της παρουσίας του φυσικού και γεωγραφικού χερσαίου ελληνικού χώρου στην ζωή του πλανήτη μας:

"Προ 140.000.000 ετών, όταν ολόκληρος σχεδόν ο πλανήτης γη είχε περίπου την μορφή μιας πανθάλασσας, στις αρχές δηλαδή της κρητιδικής περιόδου, μια γιγαντιαία ανοδική ορογενετική κίνησις ανύψωσε επάνω από τα ύδατα αυτής της πανθάλασσας την Πελαγονική οροσειρά. Ήτο μια στενή ζώνη ξηράς, η οποία περιελάμβανε την βορειότερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την ανατολική πλευρά της μετέπειτα Θεσσαλίας και την βόρειο Εύβοια. Απ΄αυτήν την πρώτη ορογενετική κίνηση περνούν 115.000.000 χρόνια, δια να αρχίσει μια νέα ορογενετική περίοδος, κατά την οποία αναδύονται εκ των υδάτων οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, δηλαδή τα Ιμαλάια, οι Άλπεις, τα Πυρηναία. Τότε αναδύεται εκ της θαλάσσης και η επιβλητική οροσειρά της Πίνδου".
(Ι.Μελέντης, "Ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους", Εκδ.Αθηνών).

Είναι φανερό ότι όταν ομιλούμε για την γλώσσα, ομιλούμε για το χερσαίον ον άνθρωπος και όταν ομιλούμε για το περιβάλλον, ομιλούμε κατ΄ εξοχήν για την χέρσο γη, επί της οποίας συντελέσθησαν οι διαδικασίες της εξελίξεως των επ΄αυτής αναπτυχθέντων όντων. Όσο λοιπόν και εάν παραλογιζώμεθα υποστηρίζοντας διάφορες απόψεις για την πρώτη ανθρώπινη παρουσία επί του πλανήτη (η γνώμη μου είναι ότι ο άνθρωπος παρουσιάσθηκε σε πολλά σημεία του πλανήτη), δεν είναι δυνατόν να προφασιζώμεθα άγνοια και να αποσιωπούμε ηθελημένως ότι : η πρώτη χέρσος γη, η οποία ανεδύθη εκ των υδάτων και επί της οποίας εσχηματίσθη η τελειότερη γλώσσα και ο πνευματικός πολιτισμός, είναι αυτή της οποίας η υψηλότερη κορυφή ήταν και είναι ο "αιπύς και αιγλήεις Όλυμπος" (Ιλ. Ε 868).


"Έτσι αναδύθηκε από τα θαλάσσια βάθη η Αιγαιϊς σαν ενιαία και αδιαίρετη μάζα ξηράς που εκάλυπτε περίπου τον σημερινό ελληνικό χώρο απ΄ το Ιόνιο ως την Μ. Ασία και τα νότια της Κρήτης [...]. Η ζωή έχει εν τω μεταξύ εμφανισθεί επάνω στην ανήσυχη ξηρά, παρακολουθεί τις γεωλογικές αναστατώσεις και την αέναη πάλη της στεριάς και του υγρού στοιχείου. Μεγαθήρια σπονδυλωτά ματακινούνται στις κατάφυτες πλαγιές της Αιγαιϊδας".

Και αυτά συμβαίνουν προ 13.000.000 ετών, όταν δηλ. ευρίσκοντο ακόμη υπό την θάλασσα τα Ιμαλάϊα, τα Πυρηναία, οι Άλπεις. Και ο Ι.Μελέντης συνεχίζει:


 "Η Αιγαιϊς δεν αποτελούσε φυσικά μια μονότονη μάζα ξηράς...Μια μεγάλη λίμνη σκέπαζε τον χώρο της κεντρικής Θεσσαλίας, τις βόρειες Σποράδες και την βορειοανατολική Εύβοια. 
Άλλες λίμνες υπήρχαν ανατολικά της Σκύρου και νοτιώτερα μεταξύ Άνδρου και Χίου...
Το νότιο και ανατολικό τμήμα της Κρήτης βρισκόταν τότε κάτω από τα νερά, θάλασσα ήταν και η Κέρκυρα και οι δυτικές ακτές της Ηπείρου μαζί με την Λευκάδα και το δυτικό τμήμα της Κεφαλληνίας και της Ζακύνθου...
Πριν 12.000.000 περίπου χρόνια χωρίζονται τα νησιά του Ιονίου απ΄ την στεριά και εξέχουν σαν βραχοκορφές επάνω σε μια θάλασσα που σκέπαζε το δυτικό τμήμα της Ήλιδος, την δυτικήν Αχαϊα ως την Πάτρα, την πεδιάδα της Μεσσηνίας και τον Λακωνικό κόλπο. 
Αργότερα διαμορφώνονται από την διάβρωση οι κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου. Δια μέσου αυτών των κοιλάδων τα νερά της Ποντοκασπίας και της Προποντίδος θα περάσουν σε ένα μεγάλο κεντρικό ποταμό της Αιγιιϊδος (Αιγαίος ποταμός, που συγκέντρωνε τις ροές των παραποτάμων του Αξιού, Στρυμόνος, Έβρου,κλπ. 
Στο τέλος της Πλειοκαίνου, πριν από δυο περίπου εκατ. χρόνια, ένας κλάδος της Μεσογείου προωθείται από τα ανατολικά της Κρήτης προς την Προποντίδα. 
Ένας άλλος θαλάσσιος βραχίων εισορμά στον χώρο μεταξύ Κρήτης και Πελοποννήσου (στο χώρο περίπου του σημερινού Μυρτώου Πελάγους), φθάνει ως τα περίχωρα των Αθηνών και δια μέσου του νοτίου τμήματος της Αττικής και της Ευβοίας προελαύνει προς τις βόρειες Σποράδες και τον Θερμαϊκό. 
Αυτές οι μετακινήσεις των υδάτων της Μεσογείου ήταν η αρχή του σχηματισμού του Αιγαίου Πελάγους. 
Κατά την Πλειόκαινο, πριν 12-2 εκατ. έτη περίπου ,δημιουργούνται στα βυθίσματα της Αιγιϊδος μεγάλες λίμνες...από τις λίμνες αυτές όσες δεν είχαν στέρεα προχώματα πλημμύριζαν από θαλάσσιο νερό, με αποτέλεσμα να γίνονται υφάλμυρες.
 Ήταν λίμνες ασταθείς όπως η Κορινθιακή, των Μεγάρων, του Αργολικού κόλπου και της Ήλιδος. Αντιθέτως οι εσωτερικές λίμνες και εκείνες που είχαν ανθεκτικά προχώματα προς την θάλασσα θα διατηρήσουν το γλυκό νερό επί μακρότατο χρονικό διάστημα. 
Ενδοχωρικές λίμνες αυτού του τύπου ήταν η κοιλάδα του Ευρώτα, οι πεδιάδες της Μεγαλοπόλεως, της Λοκρίδος και ολόκληρη η Θεσσαλία πριν από την διάνοιξη της χαράδρας των Τεμπών"
(Ι.Μελέντης, ως άνω, σελίς 11).

Η περιοχή όμως που ιδιαιτέρως μας ενδιαφέρει ήταν η "ενδοχωρική λίμνη" η οποία είχε σχηματισθεί μεταξύ της προ 140.000.000 ετών αναδυθείσης "Πελαγονικής οροσειράς" και της νεότερης οροσειράς της Πίνδου
Η πέριξ της λίμνης περιοχή υπήρξε ο κόλπος εντός του οποίου εγεννήθη η ελληνική γλώσσα ή καλύτερα η ελλοπική. Η  "Θεογονία" ομιλεί για αυτήν την ορογένεση χωρίς ιδιαίτερους προσδιορισμούς των περιοχών.
 Στον στίχο 129 λέγει: "Γείνατο δ΄ούρεα μακρά θεών χαρίεντας εναύλους"  [έλαβαν εκ της φύσεως υπόσταση επιμήκη όρη, τα οποία έγιναν οι ευχάριστες κατοικίες των θεών (ανθρώπων)].
Στας  "Ηοίας" γίνεται λόγος περί της "Βοιβηίδος" λίμνης (αποσ. 122 Rzach), η οποία και σήμερα διασώζεται κοντά στο Πήλιο. 
Αυτή η λίμνη συνδέεται με τεχνητή διώρυγα με τ ην Νεσσωνίδα λίμνη  (Κάρλα). Είναι φανερό, ότι οι λίμνες αυτές υπήρξαν άλλοτε μέρος της μεγάλης ως πέλαγος λίμνης. Περί της λίμνης αυτής, της οποίας το όνομα αγνοούμε, ομιλεί ο Ηρόδοτος (Ζ 129). Λέγει:

"Για την Θεσσαλία διηγούνται ότι κατά τους αρχαίους χρόνους (η επίσκεψη του Ηρόδοτου τοποθετείται περίπου στο 445 π.χ.) ήταν λίμνη κλειόμενη από όλα τα μέρη από υπερμήκη  όρη ως το Πήλιο, η Όσσα, ο Όλυμπος, η Πίνδος, η Όρθυς...
Τον παλαιόν όμως καιρό, επειδή δεν υπήρχε η φάραγξ και το στενό μέρος για την εκροή [Τέμπη], οι ποταμοί οι κατερχόμενοι εκ των γύρω ορέων ως ο Απιδανός, ο Ονόχωνος, ο Ενιπεύς, ο Πάμισος, ο Πηνειός και η λίμνη Βοιβηίς [άλλη λίμνη δεν αναφέρει και είναι πολύ πιθανόν η Νεσσωνίς να ήταν ενωμένη με την Βοιβηίδα λόγω της στάθμης του ύδατος αυτής] ρέοντες έκαμαν την Θεσσαλία πέλαγος. 
Οι Θεσσαλοί [η λέξη Θεσσαλία σημαίνει θέσιν - αλός] διηγούνται ότι ο Ποσειδών έκαμε την χαράδρα, δια της οποίας ρέει ο Πηνειός, και λέγουν ορθά διότι όποιος πιστεύει ότι ο Ποσειδών σείει την γη και όσα σχήσματα της γης προέρχονται από σεισμό είναι έργο του θεού αυτού, όταν ιδή εκείνο το φαράγγι, θα ειπή πράγματι ότι ο Ποσειδών το έκαμε, διότι η διαχώρησι των ορέων τούτων μου φαίνεται ότι είναι έργο σεισμού".

Πότε όμως συνέβει αυτή η δια σεισμού διάνοιξη της κοίτης του Πηνειού; Διότι δεν ήταν αναγκαίο, η εξαφάνιση της "ενδοχωρικής" λίμνης να συνέβει κατά την διάνοιξη της χαράδρας: ήταν αρκετό να διανοιγεί η κοίτη του ποταμού, διά του οποίου τα υπερχειλίζοντα νερά της λίμνης να οδηγούντο στο Αιγαίο, για να κατεβεί η στάθμη αυτής και εξαφανισθεί, χωρίς να εκλείψει εντελώς. 

Ο Αριστοτέλης στα "Μετεωρολογικά" (Α14) σημειώνει: 
"Και γαρ ούτος (ο κατακλυσμός ο επί της εποχής του Δευκαλίωνος) περί τον ελληνικόν εγένετο μάλιστα τόπον, αύτη δ'εστίν η περί την Δωδώνην και τον Αχελώον. Ούτος γαρ πολλαχού το ρεύμα μεταβέβληκεν. Ώικουν γαρ οι Σελλοί [Ελλοί] ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες".

Εάν επί Δευκαλίωνος συνέβησαν μετεωρολογικά φαινόμενα ικανά να αλλάξουν την κοίτη του Αχελώου "περί τον ελληνικόν τόπον", είναι πολύ πιθανόν και στον Πηνειό λόγω των αυτών διαταραχών (σεισμών) να "άνοιξε", έγινε βαθύτερη η κοίτη του στην εκβολή του και ο αντίκτυπος να εφάνη στην λίμνη, η οποία πράγματι καταλάμβανε όλον τον "περί τον ελληνικόν τόπον" χώρο. Πότε όμως συνέβει η εξαφάνιση της λίμνης, παραμένει ακόμα άγνωστο. 
Κατά την γεωλογία στην περίοδο της Πλειστοκαίνου, κατά την οποία έγινε η ολοκλήρωση και η τελική διαμόρφωση του ελληνικού χώρου προ 8,000 ετών (Δ.Θεοχάρης,πίναξ σελ. 40,τ.Α της "Ιστορίας Ελληνικού Έθνους"), "εξαφανίζονται τελείως μερικές εσωτερικές λίμνες: της Μεγαλοπόλεως, του Ευρώτα, της Στερεάς Ελλάδος, της Θεσσαλίας" 
(βλ. και Ι.Μελέντην,ως άνω σελ. 12). 
Ποτέ ίσως δεν θα μπορέσουμε να βεβαιωθούμε περί της ακριβούς χρονολογήσεως των συμβάντων αυτών. Θεωρώ όμως ,ότι η ανθρώπινη παράδοση η οποία διέσωσε και τα περί "Θεσσαλίας", τα οποία ανέφερε ο Ηρόδοτος, δεν διαψεύσθει υπό της επιστήμης της γεωλογίας. Αυτή όμως η παράδοση της επελθούσης καταστροφής επί Δευκαλίωνος έχει επίσης "καταγραφεί" και δια της δημιουργίας άλλων λέξεων, τις οποίες θα δούμε στα οικεία λήμματα,πχ "Λέλεγες", "Γραικός", "Πελασγός"
Αυτά όλα ίσως μας οδηγήσουν στο να δεχτούμε, ότι η εξαφάνιση της λίμνης συντελείται στο τέλος της Πλειστοκαίνου, ή όπως σημειώνει η ίδια η γεωλογία, το 8,000 πχ. Να είναι αυτή άραγε, κατά προσέγγιση, η χρονολόγηση της μεγάλης καταστροφής;

Για την τότε παρουσία του ανθρώπου πέριξ της μεγάλης λίμνης δεν πρέπει να υπάρξει αμφισβήτηση: τα ευρήματα που πιστοποιούν  αυτήν χρονολογούνται πολύ προ των 10,000 ετών. 

"Πρέπει να σημειωθεί ότι: τα απολιθωμένα οστά του Πηνειού βρέθηκαν μαζί με παλαιολιθικά λείψανα. 
Σημαντική διαπίστωση που αποκαλύπτει ότι στην Θεσσαλική λεκάνη είχε εγκαθιδρυθεί κάποια σχέση συμβιώσεως ανθρώπων και ζώων πριν 10,000 χρόνια.
Μερικά οστά της Θεσσαλίας δείχνουν φανερά ίχνη επεξεργασίας από ανθρώπινα χέρια. Δεν αποκλείεται να είχαν χρησιμοποιηθεί σαν εργαλεία-όπλα (ρόπαλα, αιχμές,κλπ). 
Διαπιστώνεται λοιπόν αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων και ζώων στην πεδιάδα του Πηνειού. 
Η παράλληλη δράση του ανθρώπου επιρεάζει τον ζωικό κόσμο. Αλλά και τα ζώα επιρεάζουν με την σειρά τους τον άνθρωπο, που είναι μάλιστα εξαρτημένος από την παρουσία τους"  (Δ.Ρ.Θεοχάρης,ως άνω,σελ.17). 

Η θέση των ευρημάτων μικρή σημασία έχει, διότι πολύ ολίγα γνωρίζουμε για την όψη της λίμνης (νήσοι,χερσόνησοι,εντός αυτής, κ.α.). Τα νερά επίσης των γύρω χειμάρων ποτέ δεν σταμάτησαν να μεταφέρουν σε διάφορα σημεία της πεδιάδος πολλά αρχαιολογικά κατάλοιπα μετά την εκροή της λίμνης στο Αιγαίο. 
Η κάθοδος επίσης της στάθμης της λίμνης, δεν γνωρίζουμε ποιές επιφάνειες της πεδιάδος κατά πρώτον απεκάλυψε. 
Άλλωστε "στις όχθες των ποταμών πολύ συχνά στά άνδηρα (αναχώματα) βρίσκονται αρχαιολογικά κατάλοιπα, κυρίως λίθινα εργαλεία, είτε στην αρχική τους θέση (υπαίθριοι καταυλισμοί) είτα παρασυρμένα από τα νερά στις αρχαίες χοχλακιές (λιθώνες) ανάμεσα στα άλλα χαλίκια" (Α.Ζώης, "Μαθήματα Αρχαιολογίας",σελίς 27).

Ας δούμε όμως πλησιέστερα τον ελληνικό χώρο, τον χώρο τον οποίο οι γεωλόγοι ονόμασαν Αγαιϊδα. Εγώ θα τον αποκαλούσα "Ούρεα", χρησιμοποιώνται τα πανάρχαια χαρακτηριστικά της πρώτης γης, που ανήλθε στο φως του Ηλίου. 
Ο ελληνικός χώρος έχει έκτοτε μορφή ορεινής μορφολογίας, μοναδικής σε πυκνότητα εν σχέση προς την συνολική του έκταση. Αν ξεκινήσει κανείς να περιγράφει από την Πίνδο, "ένθα Δωδώνη Ελλοπίης", τον ευρύτερο χώρο στον οποίο αρχικώς εξαπλώθηκε η ελληνική γλώσσα, θα μείνει έκπληκτος από τους μεγάλους και μικρούς κυματισμούς του φλοιού της γης, οι οποίοι ως αγκάλες έκλειναν τα πανάρχαια χρόνια την μεγάλη λίμνη. 
Δεν είναι δε ίσως τολμηρό να τονίσω, ότι η εξαφάνιση της λίμνης αυτής σημειώνει και την αρχή της παρακμής του μεγάλου δημιουργού της ελληνικής γλώσσας και του ανεπανάληπτου προ του Δευκαλίωνος πολιτισμού: του ελ-λού- π-ελ- ασγού -ελ -ληνος
Αυτή όμως η δωρεά της φύσεως δεν σταματούσε εδώ, ούτε στους σχηματισμούς και άλλων επίσης σπουδαίων λιμνών.

Ξεκινώντας από τα όρια του πάλλευκου χιονιού κατέβαινε προς την θάλασσα σχηματίζοντας φαράγγια, οροπέδια, πλαγιές, σπήλαια, χειμάρρους, κοιλάδες, ποτάμια, πεδιάδες, για να φτάσει πίπτοντας ή ομαλά στις ακτές με τους απόκρημνους βράχους, τα μυριοσχέδια βότσαλα ή στους αμμουδερούς δαντελωτούς αιγιαλούς. 
Και από τους αιγιαλούς ξεκινούσε τώρα ένας υδάτινος μανδύας με αργυρόχρωμες, πράσινες, ρόδινες, μπλε, χρυσαφιές και άλλες αμέτρητες αποχρώσεις, μαρμαρυγές στο φως του ηλίου και του κυανοροδίνου ουρανού, ο οποίος έφθανε και ενέδυε τα νησιά του οίνοπος πόντου με θεσπέσια πέπλα. 
Και όμως μέσα από αυτά τα πέπλα ξεσπούσαν οι θυμοί του Εγκέλαδου, οι οποίοι απειλούσαν με καταποντισμούς την χώρα των θεών. 
Και σε αυτά τα θεοβάδιστα βουνά τα κωνοφόρα, οι οξιές, οι καστανιές, οι βελανιδιές, η φηγός και πιο κάτω οι δάφνες, οι κουμαριές, οι μυρτιές, τα πλατάνια, τα ρόμπολα, οι λεύκες, οι αγριελιές, οι συκιές, για να φθάσουμε στους κάμπους (στην άρουρα), που επάνω τους φύτρωναν στάρια (πυροί) και κριθάρια άσπαρτα και ανήροτα και ακόμη η άμπελος με τους καρπούς της, οι οποίοι έδωσαν στον πολύχαρο Διόνυσο, τον υιό του Διός, την έμπνευση της δημιουργίας του οίνου. Και τέλος γέμισαν τα βουνά και οι κάμποι αγριολούλουδα και φαρμακευτικά βότανα. 
Εδώ σ'αυτήν την πανάρχαια ελληνική γη, φυτρώνουν τα 4/6 των φαρμακευτικών βοτάνων όλης της γης. 
Και σε αυτήν την γη βρήκαν τροφή και συνθήκες κατάλληλες για να ζήσουν αρχικά δεινοθήρια και ελέφαντες, ρινόκεροι και λέοντες, καμηλοπαρδάλεις, ύαινες, πίθηκοι, αντιλόπες, αρκούδες, ελάφια, βόδια, αίγες, πρόβατα, άλογα, χοίροι, φίδια, σκυλιά, πουλιά, έντομα, που πολλών εξ αυτών τα απολιθώματα βρέθηκαν στο Πικέρμι, την Μεγαλόπολη, την Κρήτη, την Ρόδο, την Θεσσαλία, τα Γρεβενά, την Δράμα, τα Άγραφα, την Ήπειρο, την Βοιωτία, κ.α.

Μέσα σε αυτήν την ανεπανάληπτη ποικιλομορφία, μέσα σε αυτό το μοναδικό εδαφικό ανάγλυφο οι μεγάλες περιοχές κωνοφόρων παρήγαν τεράστιες ποσότητες οξυγόνου (άριστο στοιχείο πνευματικής αναπτύξεως), μέσα σε μια φύση η οποία δονούσε συνεχώς την ατμόσφαιρα με αντάρες, εκρήξεις ηφαιστείων, ορυμαγδούς καταρρακτών και χειμάρρων, οι οποίοι αφού περάσουν εκατοντάδες εμπόδια, με φωνή λέοντος, ξεσπούν στην άρουρα, για να καταλήξουν στην θάλασσα. 
Αλλά και οι άνεμοι άλλοτε σαν αύρες, άλλοτε ως ριπαίοι και άλλοτε ως μέγας βορέας, όταν κατέρχονταν εκ των ορέων και έσειαν τα δάση, αντηχούσαν στα σπήλαια και τις χαράδρες και ξεσήκωναν τεράστια κύματα στην θάλασσα ή έπαιζαν με τα βότσαλα της ακτής, προκαλούσαν ασφαλώς φοβερά οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα στον εγκέφαλο του ελλού κύκλωπος και μετά πελασγού κατοίκου του πανάρχαιου ελληνικού πέριξ της λίμνης χώρου. (Πελασγιώτας αποκαλεί ο Στράβων τους εν Θεσσαλία Έλληνες,"Γεωγραφικά" 447).

Ανέφερα μεταξύ των οπτικών και ηχητικών δονήσεων τις εκρήξεις των ηφαιστείων. Είχε όμως ο ελληνικός χώρος τόσα πολλά ηφαίστεια;
"Τα σπουδαιότερα ελληνικά ηφαίστεια, Αιγίνης, Μεθάνων, Πόρου, Μήλου, Κιμώλου, Πολυαίγου, Φολεγάνδρου, Θήρας, Νισύρου και Κώ, σχηματίζουν ένα ηφαιστειακό τόξο, που εκτείνεται στα νότια κράσπεδα μιας καταποντισμένης ξηράς. 
Τα βαθειά ρήγματα στο βόρειο Αιγαίο δημιούργησαν τα ηφαίστεια της Τρωάδος, της Μυτιλήνης, ίσως και της Χίου, που βρίσκονται στον ίδιον ηφαιστειακό άξονα. Τέλος τα ηφαίστεια του Οξυλίθου (Κύμης), της Λίμνου, της Ίμβρου, της Σαμοθράκης και των Φερρών της Θράκης σχηματίζουν ένα άλλο τόξο παράλληλο προς το ηφαιστειακό τόξο του νοτίου Αιγαίου. 
Όλα αυτά τα ηφαίστεια υπήρξαν εργαστήρια κατασκευής πολυτίμων ορυκτών πρώτων υλών, που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος από την προϊστορία. 
Το σπουδαιότερο από ιστορική άποψη ηφαίστειο της Ελλάδος και ίσως και το πιο ενδιαφέρον ηφαιστειακό κέντρο του κόσμου είναι το ηφαίστειο της Σαντορίνης... 
Το 1500 πχ περίπου, το νησί ανατινάχθηκε σχεδόν ολόκληρο και η ηφαιστειακή τέφρα έφθασε ως την Κρήτη και την Σικελία". (Ι.Μελέντης,ως άνω).

Την παρέκβαση αυτή θεώρησα επίσης αναγκαία, διότι στον Ηρόδοτο ("Πολύμνια"70) περιέχονται πληροφορίες, διασωθείσες δια των παραδόσεων, για δύο ολοσχερείς καταστροφές της Κρήτης. 
Η πρώτη επέρχεται επί της εποχής του Δαιδάλου, όταν οι Κρήτες εκστρατεύουν στην Σικελία "στόλω μεγάλω".
Τότε οι διασωθέντες εκ του "μεγάλου χειμώνως" (εκ της σφοδρής θαλασσοταραχής) δεν επιστρέφουν στην Κρήτη. 
Η δεύτερη συνέβη μετά τα Τρωικά, οπότε η Κρήτη πάλι ερημώθηκε. 
Οι Κρήτες τότε επιστρέφουν. Η ιστορική αυτή αποκάλυψη των δύο καταστροφών οι οποίες ερήμωσαν την Κρήτη, θα έπρεπε να μας είχε οδηγήσει σε σοβαρά για τον ελληνικό χώρο συμπεράσματα, όταν μάλιστα για την δεύτερη αυτή καταστροφή της Κρήτης ο αείμνηστος καθηγητής Σπυρίδων Μαρινάτος (Ιστ. Ελλ. Έθνους, τ.Ά,σελ.212-221) αποκαλύπτει, ότι συντελέσθη πράγματι το 1500-1450 πχ και η Κρήτη κατερειπώθη. Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας κατά τον Σ.Μαρινάτο, πρέπει να ήταν 4 φορές μεγαλύτερη από από την έκρηξη του Κρακατάου της Ιάβας (1883). 
Είναι συγκλονιστική η ανάγνωση των σελίδων 214-215 της εν λόγω "Ιστορίας" της "Εκδοτικής Αθηνών".

Κλείνοντας το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας γενέσεως της ελληνικής γλώσσας θέλησα να τονίσω την τεράστια σημασία του φυσικού και γεωγραφικού πλαισίου, εντός του οποίου γεννήθηκε ο πελασγός, όπως ο Σάμιος ποιητής Άσιος έλεγε:

"Αντίθεον δε Πελασγόν εν υψικόμοισιν όρεσσι
γαία μέλαιν΄ ανέδωκεν, ίνα θνητών γένος είη".

Ήταν φυσικό επακόλουθο στην φάση αυτή ο άγλωσσος ακόμη άνθρωπος, του οποίου μοναδικό εν μέρει πλεονέκτημα ήταν η νόηση και η έμφυτη ισχυρή του μνήμη, να προχωρήσει, μιμούμενος τα οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα, τα οποία επανελαμβάνοντο και απομνημονεύοντο από όλους της αυτής ομάδος, στην επίτευξη συνεννοήσεως και επομένως συνεργασίας και δια αυτής, στην είσοδό του στον πολιτισμό. 

Και ο ελληνικός χώρος εξεταζόμενος αυστηρά έχει μια μοναδικότητα, η οποία τον διακρίνει από όλες τις άλλες περιοχές της γης.
 Η ελληνική πάλι γλώσσα, είναι γέννημα και ανάθρεμμα αυτού του χώρου. Ουδείς νομιμοποιείται να στρεβλώνει, με όσους τίτλους σπουδών και αν διαθέτει, αυτήν την πραγματικότητα.

Δεύτερο στοιχείο σημαντικότατο, το οποίο προέκυψε από την ανάγνωση των γραμμάτων των αναλυομένων λέξεων, είναι η χρονολόγηση κατά κάποιο πλησιάζοντα προς την αλήθεια τρόπο, της ιστορικής παρουσίας του μεγάλου προ της επί Δευκαλίωνος καταστροφής πολιτισμού. 
Η ανάμνηση της μεγάλης, ως πέλαγος, λίμνης της Θεσσαλίας και της εκροής αυτής στο Αιγαίο διασωζόμενη σε πολλές λέξεις της γλώσσας, δια της οποίας εγράφησαν τα Ομηρικά έπη και ο Ησιόδειος κύκλος, αλλά και στις παραδόσεις οι οποίες διεσώθησαν επίσης δια των ιστορικών και των φιλοσόφων των κλασσικών χρόνων, θα έπρεπε να μας έχει πείσει ότι οι δύο μεγάλες καταστροφές, οι οποίες καθορίζουν όρια πολιτισμών με κύριο αποδεικτικό υλικό της υπάρξεως των αντίστοιχη ανάπτυξη γλώσσας, είναι πλέον δυνατόν να χρονολογηθούν, ώστε να παύσει η στρέβλωση της αλήθειας και να αποκατασταθεί το ελλείπον κενό της ιστορίας των κατοίκων του ελληνικού χώρου.

[Συνεχίζεται...]

ΙΕΡΑ ΕΛΛΑΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου