Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Δ΄ ΜΕΡΟΣ.


ΜΕΡΙΚΕΣ  ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ  ΤΗΣ  ΜΕΓΑΛΗΣ  ΣΦΑΓΗΣ

Το βιβλίο του Στυλιανού Βίου: «Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα του  Χιακού λαού», Επανέκδοση Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου, Χίος 1987.

Αυτό το ιστορικό υλικό συνελέγη το 1921 από έναν σπουδαίο φιλόλογο και λαογράφο, το Στυλιανό Βίο.  Εδώ  καταγράφονται  πρωτότυπες αφηγήσεις ανθρώπων οι οποίοι εξιστορούν τα γεγονότα των Σφαγών τής Χίου, όπως τα είχαν ακούσει από τους γονείς και παππούδες τους.

                     

 1.   ΔΙΗΓΗΣΙΣ  Μικέ Φλατσούση 
 (Από τον Κάμπο)

«Τον καιρό τής Επανάστασης ήμουνα 15 χρονών.

Τους χωριανούς τούς είχανε κλεισμένους μέσα σ’ ένα μαγαζί κι απ’ όξω εφυλάγανε Τούρκοι. Οι καπεταναίοι τών Τούρκων εκαθόντανε στο Λειβάδι τού χωριού. Εκεί εφέρνανε τούς χωριανούς δεμένους εξάγκωνα και τους εκόβαν τα κεφάλια. Τα μωρά τα πετούσανε στον αγέρα και τα τρυπούσανε με τα σπαθιά».


2.   ΔΙΗΓΗΣΙΣ Ιωάννου Δ. Τσατσαρώνη 
(Εκ Βροντάδου)

«Στο Μελανιό εσφάξαν όλους τους ηλικιωμένους κ’ εφήκαν τα παιδιά όσα μπορούσαν να πορπατούν. Μέσα σ’ αυτά τα παιδιά ήτανε και ο πατέρας μου με τους αδερφούς του, τον Αντώνη, το Θοδωρή, και τον Κωσταντίνο, που μόντις είδανε την κεφαλή του πατέρα τους, την εγνωρίσανε, την επιάσαν από τη γη, την εφιλούσανε και εκλαίγανε».


3.   ΔΙΗΓΗΣΙΣ Παπά Δημητρίου Χανιώτου
(Εκ Πυραμάς)

«Σαν έφτασαν στο Κάβο Μελανιός, τά ΄δωσαν αυτά και πήγαν στα Ψαρά. Αφ’ το καΐκι έβλεπαν τους Τούρκους που έσφαζαν τον κόσμο. Ένας Μώρος εκουράστηκεν πια να σφάζει, κ’ ήκατσε να ξεκουραστεί και ν’ αρχίσει πάλι. Ένας δικός μας, κρυμμένος μέσα στα πτώματα είδεν τη σφαγή και μας τά ΄λεγε. Τόσον αίμα χύθηκεν εκεί, που οι πέτρες εβαφτήκαν με αίμα κι ως τώρα φαίνουνταιν κόκκινες.

Στη θέση «Καταβολάδα» υπάρχει μια σπηλιά και μια μεγάλη πέτρα απάνω σ’ αυτή. Εκεί έφτασεν ο Πουλάδης αφ’ το χωριό με τη γυναίκα του και το παιδί του το μικρό. Πριν κρυφτούν εμάλλωσαν, γιατί ο άντρας επέμενε να κρύψουν αλλού το μωρό, κ’ η γυναίκα δεν ήθελε να χωριστεί αφ’ το παιδί της. Οι Τούρκοι εκεί που γύριζαν τα βουνά, ήρταν και σ’ εκείνο το μέρος κ’ εκάθισαν απάνω στην πέτρα, κι από κει ετραβούσαν κ’ εσκότωναν όσους έβλεπαν. Με την πρώτην τουφεκιά το παιδί ερχίνησε να φωνάζει, κ’ έτσι τούς ανακάλυψαν. Τη γυναίκα, επειδή ήταν όμορφη, την επήραν μαζί των ως και το παιδί, τον άντρα τον επήραν πάρα κει σ’ έναν πλάτανο πολύ μεγάλο και τον εσκότωσαν. Μέσα σ’ αυτόν τον πλάτανο, που σώζεται ως σήμερον, ήταν κρυμμένοι 12 χωριανοί κ’ έβλεπαν το μαρτύριό του κρατώντας την αναπνοή τως».


4.  ΔΙΗΓΗΣΙΣ Μαρίας Αγγελικούση 
(Εκ Καρδαμύλων)

«Εγώ είχα καθισμένο το παιδί στο λαιμό μου αποσκελωτά. Ένας Τούρκος ήτρωγε ψωμί. Τό ΄δεν το παιδί μου κ’ ήπιασεν τα κλιάματα, κ’ εφώναζε: «Πεινώ, πεινώ, ψωμί, ψωμί!».
Ο Τούρκος τού ΄δωκε λιγάκι ψωμί κι εκείνο ερρίχτηκεν επάνω στο ψωμί και τό ΄φαγεν αμάσητο.  Εξανάκλαψε και του ζήταν κι άλλο. Τότες…! Βλέπω το μαχαίρι τού Τούρκου ν’ αστράφτει, νοιώνω έναν κούνημα και βλέπω το κεφαλάκιν τού παιδιού από δω και το σωματάκιν του από κει.
Ύστερα εσφάξαν όλους τούς άντρες που ήταν κλεισμένοι στου Σπανού, και μας επήραν εμάς και μας επηγαίναν εις την Χώρα.

Ένας  τούρκος  είπε:  ας σκοτώσομεν τις Γκιαούρισσες». Κι αρχίζει τότες μια σφαγή, έναν κακό… Εγώ εκυλίστηκα μέσα στα αίματα και μ’ επήραν για σκοτωμένη. Ύστερι έφυγαν, μα πριν να φύγουν ο μονόφταρμος εχτύπαν από δυό μαχαιριές εις την κάθε μια, για να τις αποτελειώσει.
Μα εβιάζουνταν να φύγει, ο κόσμος πολύς, και τις ήδινε γρήγορα γρήγορα τις μαχαιριές!
Εμένα μού ΄δωκε μια στην πλάτην και μια στην κοιλιά. Ελιγοθύμησα… Σαν μού πέρασεν η λιγοθυμιά, είδα τ’ άντερά μου χυμένα! Σκίζω αφ’ τα φουστάνια, κάμνω φασκιά, και την δένω καλά… Παίρνω  κουράγιο, και άιντε άιντε, σιγά σιγά, πάω στου Μώρου τη σπηλλιά.  Εκεί ήταν κι άλλοι χωριανοί κι ένας συγγενής μας.
Εκεί μού ΄βαλαν τ’ άντερα μέσα στην κοιλιά και μού ΄καμναν ρεμέντια . Ύστερι μ’ επήγαν με καΐκι στο Μωριά, κ’ εκεί αντάμωσα και πάλι τον πάππου σου.
Άμα εσιάξαν τα πράματα , εγυρίσαμεν, κ’ ήρταμε στο χωριό».

 5.   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ Μαρίας Μπούρα
 (Εκ της πόλεως Χίου)

«Στη Σφαγή εκαθούμαστε στο Βουνάκι, κοντά στο τζαμί, όπου οι γονιοί μου είχανε φούρνο και καφενέ, γιατί ήτανε καλοί νοικοκύρηδες. Εγώ τότες ήμουνα 14 χρονώ και τα θυμούμαι όλα.

Την ώρα που μπήκαμεν στη βάρκα, είδαμεν τη θάλασσα κόκκινην αφ’ το αίμα. Άλλο δεν ακούαμεν φωνές, κλιάματα κ’ εβλέπαμεν παντού φωτιές. Σαν εφύγαμεν λίγο μακριά, οι Τούρκοι μάς τραβούσανε και τα κουρσούμια περνούσαν από πάνω αφ’ τα κεφάλια μας. Λίγο να μας σκοτώσουν. Βλέπαμε στην ακρογιαλιά εκείνους που μείνανε και τι να δούμενε… Οι Τούρκοι τούς εσφάζανε, τους εκάμνανε κομμάτια και τα πετούσανε στον αγέρα.

Ύστερ’ από κάμποσα χρόνια εγυρίσαμε πίσω στη Χίο κ’ επήγαμεν να βρούμε τα σπίτια μας. Μα όχι σπίτια, αλλά ούτε σημάδι δε βρήκαμένε.
Η Χίος όλη ήταν σκόνη, καμένα όλα και δεν μπορούσαμεν να καταλάβομεν πού ήταν το σπίτι μας, κ’ έτσι εφύγαμεν κ’ επήγαμεν στη Σύρα».


πηγή Ζήνων Παπαζάχος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου